Ποιες εκπτώσεις; Δεν υπάρχει «σάλιο» στην αγορά
7 Ιανουαρίου 11 - ΘέματαΟι χειμερινές εκπτώσεις ξεκινούν επίσημα στις 15 Ιανουαρίου 2011 αλλά τα εμπορικά καταστήματα πωλούν ήδη με προσφορές – προεκπτώσεις και μειωμένες τιμές προκειμένου να προσελκύσουν περισσότερους πελάτες και να αυξήσουν τις πωλήσεις τους.
Όμως, όπως σημειώνει η Ένωση Εργαζομένων καταναλωτών Ελλάδος, η μείωση του πραγματικού εισοδήματος και των συντάξεων, η ραγδαία αύξηση της ανεργίας σε συνδυασμό με τις αυξήσεις ΦΠΑ στα βασικά είδη διατροφής, άλλαξαν τα δεδομένα και τις προτεραιότητες της καθημερινότητας και γιαυτούς τους λόγους οι χειμερινές εκπτώσεις που φέρνει η νέα χρονιά αναμένονται από τους περισσότερους καταναλωτές με ιδιαίτερη ανυπομονησία.

Η ένωση σημειώνει ότι »καλό θα ήταν οι καταναλωτές να μην παρασυρθούν από τις διαφημίσεις και τα εντυπωσιακά ποσοστά εκπτώσεων αλλά να συμπεριφερθούν με γνώμονα την υπεύθυνη καταναλωτική τους συνείδηση».
5 δισ. λιγότερα έπεσαν στην αγορά πέρσι και πρόπερσι
Πέντε δισ. ευρώ λιγότερα στα ταμεία των εμπορικών επιχειρήσεων έχει κοστίσει μέσα στα δύο τελευταία χρόνια το σκάσιμο της φούσκας υπερκατανάλωσης στην Ελλάδα.
Η οικονομική κρίση, με τις περικοπές αποδοχών, την αύξηση της ανεργίας, την επιβολή νέων φόρων και το φόβο για το αύριο, έχει οδηγήσει σε δραστικό περιορισμό της κατανάλωσης συγκριτικά με τις εποχές της ευμάρειας, με αποτέλεσμα ο τζίρος των λιανεμπορικών επιχειρήσεων να βρίσκεται σε ελεύθερη πτώση, τα λουκέτα στην ημερήσια διάταξη και οι έμποροι να ανησυχούν ότι η κατάσταση θα επιδεινωθεί πολύ περισσότερο πριν αρχίσει να βελτιώνεται.

Ο πρώτος απολογισμός του 2010, όπως επιχειρήθηκε από την Εθνική Συνομοσπονδία Ελληνικού Εμπορίου, δείχνει πάντως ότι η κάμψη των πωλήσεων επιβραδύνθηκε σημαντικά σε σχέση με το 2009, ωστόσο οι απώλειες μόνο αμελητέες δεν ήταν, δεδομένων και των πολύ πιο δύσκολων οικονομικών συνθηκών υπό τις οποίες λειτουργεί πλέον το εμπόριο.
Στον τομέα της απασχόλησης η εικόνα είναι θολή, καθώς με βάση τα στοιχεία του δεύτερου τριμήνου 2010 ο αριθμός των απασχολούμενων στο εμπόριο έφτανε τις 800.000, όσο δηλαδή και το 2009.
Σύμφωνα με τις πρώτες εκτιμήσεις από δεδομένα του Ινστιτούτου Εμπορίου και Υπηρεσιών (ΙΝΕΜΥ), ο τζίρος των λιανεμπορικών επιχειρήσεων μειώθηκε το 2010 κατά τουλάχιστον 1,1 δισ. ευρώ στα επίπεδα των 51,660 δισ. ευρώ, όταν το 2009 η πτώση είχε ξεπεράσει τα 4 δισ. ευρώ.
Σωρευτικά από τα ιστορικά υψηλά του 2008, όταν οι συνολικές πωλήσεις στο λιανεμπόριο -χωρίς τα καύσιμα- είχαν προσεγγίσει τα 57 δισ. ευρώ, το 2010 έχουν «λείψει» από την αγορά περίπου 5,2 δισ. ευρώ (-9,14%).
Η πτώση του τζίρου σε σχέση με το 2008 αγγίζει το 11% ή τα 7,5 δισ. ευρώ, αν συμπεριληφθεί και ο κλάδος των καυσίμων (από τα 65,9 δισ. ευρώ υποχώρησε στα 58,78 δισ. ευρώ το 2010).
Πτώση στα σουπερμάρκετ
Μεγάλη μείωση τζίρου κατέγραψαν το 2010 τα σουπερμάρκετ και τα πολυκαταστήματα. Οι πωλήσεις υποχώρησαν κατά 5,3% στα 14,5 δισ. ευρώ έναντι 15,3 δισ. ευρώ το 2009 και 16,5 δισ. ευρώ το 2008.
Ο τζίρος για τις εταιρείες εμπορίας επίπλων, ηλεκτρικών ειδών και οικιακού εξοπλισμού υποχώρησε κατά 8% στα 10,287 δισ. ευρώ από 11,18 δισ. ευρώ το 2009 και 13 δισ. ευρώ το 2008.
Στις εταιρείες ειδών ένδυσης-υπόδησης και καλλυντικών ο τζίρος έπεσε 7% στα 13,3 δισ. ευρώ, έναντι 14,3 δισ. ευρώ το 2009.
Μείον 11% τα τρόφιμα
Σε ό,τι αφορά τους όγκους πωλήσεων, η πτώση αποδεικνύεται ακόμη μεγαλύτερη καθώς στα τρόφιμα υπολογίζεται στο 11%, στα είδη ένδυσης και υπόδησης έφτασε το 52%, στα ποτά και τα τσιγάρα 14%, στα έπιπλα-ηλεκτρικά είδη κατά 15% και στα καλλυντικά κατά 27%.
Όπως επισημαίνει η ΕΣΕΕ, αποτέλεσμα της μείωσης της κατανάλωσης ήταν ο μεγάλος αριθμός λουκέτων των επιχειρήσεων του εμπορίου. Το ισοζύγιο εγγραφών-διαγραφών των επιμελητηρίων μπορεί να είναι θετικό, δεν ανταποκρίνεται όμως ούτε σε πραγματικό χρόνο ούτε δείχνει την πραγματική εικόνα της αγοράς.
Και τούτο διότι αφενός τα μητρώα των επιμελητηρίων δεν έχουν εκκαθαριστεί, αφετέρου η οποιαδήποτε τροποποίηση της νομικής μορφής μιας επιχείρησης καταγράφεται ως νέα εγγραφή. Επιπροσθέτως, εάν ανατρέξουμε στις «εγγραφές-διαγραφές» της προηγούμενης τριετίας, μπορούμε εύκολα να παρατηρήσουμε ότι η αναλογία εγγραφών-διαγραφών ήταν τουλάχιστον 3:1.
Της Ζωής Καραγεώργου















