Ετοιμάζεται η Νύχτα των Στοιχειών στην Άμφισσα…
5 Φεβρουαρίου 10 - Θέματα,ΠολιτισμόςΤο Εικαστικό Εργαστήρι του Δήμου Άμφισσας ξεκινά τις προετοιμασίες για την διοργάνωση της « Νύχτας των Στοιχειών». Καλείται όποιος επιθυμεί να συμμετέχει και να αναλάβει ενεργό ρόλο στις προετοιμασίες αλλά και στη διοργάνωση, να το δηλώσει στο Εικαστικό Εργαστήριο από τη Δευτέρα 22/1/2010.
Το καρναβάλι της Άμφισσας μας δήλωσε ο αρμόδιος αντιδήμαρχος Γ. Καρυαμπάς αποτελεί σημείο συνάντησης των παραδόσεων της πόλης με την σύγχρονη πραγματικότητα. Ο Κρυμμένος Θησαυρός, η Οδύσσεια, η Νύχτα των Στοιχειών και η μεγάλη Παρέλαση των Αρμάτων καθώς και παράλληλες εκδηλώσεις συλλόγων, σωματείων αλλά και απλών πολιτών, καλύπτουν σχεδόν ολόκληρο το Τριώδιο και χρόνο με το χρόνο ξεπερνούν κάθε προηγούμενο από πλευράς συμμετοχής και κεφιού.
Η υπεύθυνη του Εικαστικού Εργαστηρίου Άμφισσας και πρόεδρος της επιτροπής Στοιχειού Βούλα Δασκαλοπούλου, μας είπε ότι «Η Νύχτα των Στοιχειών αποτελεί την σημαντικότερη εκδήλωση η οποία ζωντανεύει τους θρύλους και τις παραδόσεις της Άμφισσας. Η Νύχτα των Στοιχειών συμπίπτει πάντα με το τελευταίο Σάββατο της αποκριάς και κεντρικό σημείο των εκδηλώσεων είναι η πλατεία Κεχαγιά. Η εκδήλωση έχει ξεχωριστό ενδιαφέρον όχι μόνο καρναβαλικό αλλά και λαογραφικό, καλλιτεχνικό και πολιτιστικό. Φέτος μάλιστα κλείνουμε 15ετία από την έναρξη του Στοιχειού. Αυτή την στιγμή υπάρχουν ομάδες που ασχολούνται με το κατασκευαστικό μερος της εκδήλωσης, γίνονται τα σχέδια των Στοιχειών απο τους μαθητές του Εικαστικού Εργαστηρίου τόσο τα παιδικα οσο και των ενηλίκων, το τμήμα φωτογραφίας, το θεατρικό τμήμα που επιμελέιται τα κοστούμια των Στοιχειών και ολα αυτά από κοινού με μέλη συλλόγων και νέα άτομα μεταξύ των οποίων φοιτητές και επισκέπτες της περιοχης.
Καθημερινά συγκεντρώνεται η επιτροπή του Στοιχειού και εξετάζει θέματα που έχουν να κάνουν με την δομή της αναπάραστασης του θέματος στην πόλη κατά την συγκεκριμένη βραδυά αλλά και την παραμονή για τις εκδηλώσεις στην Χάρμαινα, απ’ όπου ξεκινά ο μύθος».

Κάθε χρόνο από τη συνοικία Χάρμαινα όπου βρίσκονται τα παλιά Ταμπάκικα και τα σκαλιά του Αϊ-Νικόλα κατεβαίνει το «στοιχειό» και μαζί ακολουθούν εκατοντάδες μεταμφιεσμένοι. Το «στοιχειό της Χάρμαινας», ο προστάτης των Ταμπάκηδων, κατεβαίνει τα σκαλιά του Αϊ-Νικόλα μαζί με τις Νεράιδες, τους Ντεβέτσκες, τους Μποτσνάκηδες, τους Ξυλένιους, τους Αχυρένιους, τους Αράπηδες και με πλήθος δερματοφόρων και κουδουνοφόρων για να συναντηθεί με τα άλλα δύο στοιχειά της Τέχολης και του Γκιριζιού στην Πλατεία Κεχαγιά όπου θα παλέψουν μέχρι τελικής πτώσεως.
Το Στοιχειό της Χάρμαινας αγαπούσε και προστάτευε τους Ταμπάκηδες, των οποίων η δουλειά, τους ανάγκαζε να βρίσκονται στη Βρύση νύχτα – μέρα.
Πολλοί ορκίστηκαν ότι είδαν το στοιχειό να τριγυρίζει τη νύχτα σε όλη τη συνοικία, να καταλήγει στην πηγή του νερού και να χάνεται.
Ακόμα, οι πιο παλαιοί διηγούνται πως το στοιχειό της Χάρμαινας έβγαινε κάθε Σάββατο βράδυ, μουγκρίζοντας και σέρνοντας αλυσίδες.
Αυτή η ιστορία μοιάζει μύθος, μα είναι αληθινή πέρα για πέρα, γιατί η γιαγιά μου, που μου την διηγόταν, μου έλεγε πάντα στην αρχή: ‘‘Δεν μπορεί παρά να’ ναι αληθινή, αλλιώς ο κόσμος δεν θα την έλεγε ξανά και ξανά στα παιδιά του και στα εγγόνια του!’’
Τότε, λοιπόν, που τα παραμύθια ήτανε ακόμα αλήθεια, ζούσε στην Άμφισσα ένα παλικάρι, ο Κωνσταντής. Ήτανε ένας όμορφος, ψηλός και περήφανος νέος. Πάνω απ’ όλα ήταν ειλικρινής και ντόμπρος. Δούλευε στο βυρσοδεψείο του θείου του, στη Χάρμαινα. Από τ΄ άγρια χαράματα ώσπου να πέσει ο ήλιος, ο Κωνσταντής μεταμόρφωνε το τομάρι σε απαλό σαν μετάξι δέρμα. Μοχθούσε καθημερινά για να βγάλει το ψωμί του, αλλά δεν τον ένοιαζε, ούτε η σκληρή δουλειά, ούτε η φτώχεια. Αγαπούσε την Λενιώ και ήταν ευτυχισμένος.

Η Λενιώ, ήταν όμορφη, καλοσυνάτη νέα, χωρίς κανένα ψεγάδι απάνω της. Βοηθούσε στ΄ αμπέλια και στα ελαιόδεντρα που είχε ο πατέρας της. Ήταν μοναχοθυγατέρα και ανεκτίμητη για τους γονείς της. Αγαπούσε τον Κωνσταντή και λαχταρούσε να τον συναντήσει, στο Κάστρο της Ωριάς. Οι δύο νέοι ήταν ερωτευμένοι και έπλαθαν όνειρα για το μέλλον τους. Η ζωή απλωνόταν μπροστά τους και τους χαμογελούσε. Πίστευαν ότι τίποτα δεν μπορούσε, να τους αρπάξει την ευτυχία τους.
Μόλις χάραξε ο Θεός την μέρα, ο Κωνσταντής φόρτωσε το κάρο του με ολοκαίνουργα δέρματα και έφυγε από την πόλη. Είχε να παραδώσει τα εμπορεύματα και ν΄ αγοράσει εργαλεία, απαραίτητα για την δουλειά του. Περιόδευε από πόλη σε πόλη και από χωριό σε χωριό για βδομάδες και οι παραγγελίες των δερμάτων ολοένα αυξανόταν. Όλες του οι προσπάθειες, δεν πήγανε στράφι και μετά από κάμποσο καιρό γύρισε στην Άμφισσα με ένα δαχτυλίδι για την αγαπημένη του. Έτρεξε ανυπόμονα στο σπίτι της Λενιώς για να την ζητήσει, από τον πατέρα της, σε γάμο. Πλησιάζοντας τον ‘‘ζώσανε τα φίδια’’, γιατί το σπίτι έστεκε αλλόκοτο. Ήταν αμπαρωμένο και μια σκιά θανάτου πλανιόταν στον αέρα.
Έμαθε από τους γείτονες και τον καρδιακό του φίλο Γιάννο, τον απρόσμενο θάνατο της αγαπημένης του. Η Λενιώ, είχε πάει στην Πηγή της Χάρμαινας, για να γεμίσει την στάμνα της δροσερό νερό. Ξαφνικά, χάλασε ο καιρός και άρχισαν να πέφτουν αστραπές και κεραυνοί. Μία καταρρακτώδης βροχή πλημμύρισε τους χωματόδρομους. Άρχισε να σουρουπώνει, ερημιά, ψυχή δεν φαινόταν τριγύρω. Ήταν μόνη της κάτω από τα γέρικα πλατάνια. Ο αέρας φυσούσε με μανία και τίποτα δεν άφηνε όρθιο. Δεν πρόλαβε να φύγει. Ένας κεραυνός τη χτύπησε και σωριάστηκε εκεί, στην πηγή τους, μ’ ένα φρεσκοκομμένο ματσάκι γιασεμί, να ανεμίζει στα μακριά μαλλιά της.
Οι γονείς της Λενιώς, βουτήχτηκαν σε λύπη βαθιά. Μη μπορώντας ν’ αντέξουν το θάνατο της μονάκριβης θυγατέρας τους, πούλησαν το βιό τους, κακήν κακώς και πήραν των ομματιών τους και έφυγαν από την πόλη.
Καμιά φορά, η ζωή μας προλαβαίνει στα γεγονότα. Αλλιώς τα υπολογίζουμε και αλλιώς μας έρχονται τα πράγματα. Τότε γκρεμίζονται όλα τα όνειρά μας, χάνονται, σβήνουν σαν πυροτεχνήματα. Η λύπη και ο πόνος τρύπωσαν ίσαμε τα μύχια της καρδιάς του Κωνσταντή. Ένιωθε ανήμπορος, μπρος στο θάνατο, μετέωρος. Δεν μπόρεσε να αντέξει τον άδικο χαμό της αγαπημένης του και ράγισε η καρδιά του. Την άλλη μέρα, βρήκαν το άψυχο σώμα του κάτω από το Κάστρο της πόλης. Η όψη του ήταν γαλήνια και ένα αχνό χαμόγελο, διαγραφόταν στο πρόσωπό του. Πίστευε ότι η ψυχή του θα ενωνόταν με την αγαπημένη του Λενιώ. Έτσι, θα μπορούσε μα την έχει για πάντα κοντά του, χωρίς να φοβάται ότι θα πάψει να την αγαπάει. Η θρησκεία δεν τον δέχτηκε στην αγκαλιά της και καταδικάστηκε να περιπλανιέται.
Από τότε, ο Κωνσταντής στοίχειωσε και καταφεύγει στο λημέρι του, την Πηγή της Χάρμαινας. Μοιρολογούσε για τα νιάτα που δεν έζησε, θρηνούσε για την αγάπη που έχασε.
Το Στοιχείο της Χάρμαινας, ήταν ένα ανθρωπόμορφο τέρας, πανύψηλο, με μακρουλά χέρια. Είχε άγριο και φριχτό παρουσιαστικό. Φύλαγε την Πηγή της Χάρμαινας, που δούλευαν οι ταμπάκηδες της πόλης και τους προστάτευε από κάθε κακό και από τ’ άλλα στοιχειά της περιοχής. Γιατί, τους αγαπούσε τους βυρσοδέψες, τους ένιωθε δικούς του ανθρώπους. Κι όταν κάποιος απ’ αυτούς, ήταν ετοιμοθάνατος, τότε γύριζε έξω από το σπίτι του και άρχιζε ένα αξιοθρήνητο ουρλιαχτό πόνου.
Όταν το έζωνε η μοναξιά, το στοιχειό, έβγαινε από το ησυχαστήριο του και περιφερόταν από σοκάκι σε σοκάκι, βγάζοντας άγριες στριγκλιές και βογκητά. Μαζί με τα ουρλιαχτά ακούγονταν και περίεργοι θόρυβοι και σύρσιμο από αλυσίδες.
Ακολουθούσε πάντα την ίδια διαδρομή. Περνούσε από το σπίτι της Λενιώς, από το πατρικό του και από τα σπίτια των φίλων του. Τότε ο κόσμος κλειδαμπαρωνόταν στα σπίτια τους και γεμάτοι φόβο, προσεύχονταν στο Θεό να τους φυλάει.
Στην Άμφισσα τότε, εκτός από το Χαρμαινιώτικο, υπήρχαν και άλλα στοιχειά. Το καθένα από αυτά, προστάτευε κάποια πηγή νερού, κάποια συνοικία, τους αμπελώνες, τα ελαιόδεντρα κα. Πολλές φορές τα στοιχειά συγκρούονταν μεταξύ τους και πάλευαν μερόνυχτα ολόκληρα. Πάντα όμως νικούσε το Χαρμαινιώτικο, γιατί ήταν το πιο δυνατό και έξυπνο. Η πάλη γινόταν στην Χάρμαινα, κάτω από τα πλατάνια και τα πεύκα. Οι Αμφισσιώτες φοβόνταν και δεν ‘‘έβγαζαν μύτη’’ κατά την διάρκεια του αγώνα. Περίμεναν καρτερικά, ώσπου να τελειώσουν όλα και να σταματήσουν οι κραυγές και τα ουρλιαχτά των στοιχειών.
Μετά από τα τριπλάσια χρόνια της ηλικίας του Κωνσταντή και της Λενιώς μαζί, το Στοιχειό της Χάρμαινας, ησύχασε, καταλάγιασε. Έπαψε να φοβίζει τους ανθρώπους. Φαίνεται, ότι ο Θεός το συγχώρησε.
Η ιστορία του, πέρασε από γενιές σε γενιές, στόμα με στόμα και σύρθηκε αθόρυβα μ μυστήριο και φόβο. Τρομαχτικό, αλλά συνάμα ελκυστικό. Και αν ποτέ, περπατήσεις στα στενά λιθόστρωτα σοκάκια της Χάρμαινας και αντικρίσεις τα πλήθινα μισοερειπωμένα εργαστήρια, να στέκουν περήφανα και δυνατά, από την βιαστική εποχή μας, τότε το φως του φεγγαριού, πλημμυρίζοντας μια βαθύτατη γαλήνη, γίνεται φιλικό και δίνει άλλη διάσταση, όχι μόνο στο χώρο, αλλά και στην ψυχή.















