Χρόνια πολλά, Καρλ Γιουνγκ!
Του Δημήτρη Φουσέκη*
Το φετινό καλοκαίρι συμπληρώθηκαν 149 χρόνια από τη γέννηση τού Ελβετού ψυχιάτρου και ψυχαναλυτή Καρλ Γκούσταφ Γιουνγκ. Ο Καρλ Γιουνγκ προερχόταν από οικογένεια ιερωμένων κι αρχικά γοητεύτηκε από την αρχαιολογία και τις αρχαίες γλώσσες, όπως τα Ελληνικά, τα Λατινικά και τα Σανσκριτικά. Ήταν ένα μοναχικό κι εσωστρεφές παιδί· η μητέρα του έπασχε από καταθλιπτικά επεισόδια για χρόνια κι ο πατέρας του, πάστορας στο επάγγελμα, απομονωνόταν συχνά στο γραφείο του. Ο νεαρός Γιουνγκ, αν και σπούδασε Ιατρική κι αργότερα ειδικεύθηκε στην Ψυχιατρική, κράτησε ζωντανό το ενδιαφέρον του για την Μυθολογία και τον Συμβολισμό, πράγμα που έδωσε αυτόν τον ιδιαίτερο χαρακτήρα στην σχολή σκέψης, την οποία, μετά το “διαζύγιό” του με τον παλιό του μέντορα, Σίγκμουντ Φρόυντ, ίδρυσε μετέπειτα ο ίδιος: την “Ψυχολογία τού Βάθους”, στην οποία βρίσκουμε ίσως την πληρέστερη θεωρία ερμηνείας ονείρων που υπάρχει διαθέσιμη για την ψυχοθεραπευτική εργασία. Ακόμη, έννοιες που χρησιμοποιούμε σχεδόν καθημερινά και σήμερα, όπως “κόμπλεξ”, “εσωστρέφεια/εξωστρέφεια”, “αιώνιος έφηβος”, “τύπος προσωπικότητας”, “αρχέτυπο” και “αρρενωπότητα/θηλυκότητα”, έγιναν γνωστές και κοινό κτήμα στην γλώσσα μας, μέσα από το έργο τού ίδιου και τών συνεχιστών του σε Ευρώπη κι Αμερική.
Γιατί αξίζει ν’ασχοληθούμε, λοιπόν, με τον Γιουνγκ την παρούσα χρονική συγκυρία; Η απάντηση είναι πολλαπλή και διαμορφώνεται διαφορετικά για τον καθένα. Υπάρχει, ωστόσο, μία κυρίαρχη έννοια στο έργο του που αξίζει την προσοχή μας: η εξατομίκευση. Η εξατομίκευση ως διαδικασία είναι όλο το εσωτερικό, διανοητικό, συναισθηματικό κι υπαρξιακό ταξίδι που διανύει ένας άνθρωπος, στην προσπάθειά του να χτίσει μία ταυτότητα που να είναι μοναδική γι’αυτόν- μία ταυτότητα που να φωνάζει “Εγώ είμαι εγώ και κανένας άλλος” και βάσει αυτής να μπορεί να διαπλάθει ελεύθερα τις διάφορες διαστάσεις του ανά τις δεκαετίες. Πρόκειται για μια ανθρώπινη ανάγκη βαθύτατης σημασίας, προκειμένου να καταφέρει ο άνθρωπος να σταθεί (ψυχικά μιλώντας) στα πόδια του και να πλοηγηθεί μέσα στο, αχανές και γεμάτο θετικές κι αρνητικές πιθανότητες, γίγνεσθαι τής προσωπικής του και τής συλλογικής του ζωής. Ο Καρλ Γιουνγκ είχε διαβλέψει αρκετά πριν τον θάνατό του – απεβίωσε το 1961, κυριολεκτικά, δηλαδή, στις αρχές τής δεκαετίας τής αμφισβήτησης τού “παλαιού κόσμου”, όπως τον γνωρίζαμε μεταπολεμικά– πως οι ερχόμενες γενιές θα περάσουν μέσα από μια ιστορική εποχή, στην οποία θα διαλυθούν σχεδόν όλες οι “σταθερές”, στην βάση τών οποίων είχε χτιστεί ο κόσμος, όπως τον γνωρίζαμε μέχρι περίπου το τέλος τού Β’Π.Π.. Με άλλα λόγια, πολλές από τις παραδεδομένες θεωρίες κι αξίες θα περάσουν μες από μια διαδικασία ανάδευσης και θρυμματισμού, αφήνοντας την ανθρώπινη κοινωνία σε ένα πρωτόγνωρο και δημιουργικό μεν γίγνεσθαι, απειλητικό δε, καθώς, σε μεγάλο βαθμό, θα είμαστε απροετοίμαστοι να εξετάσουμε τους εαυτούς μας, το ποιοί είμαστε, πώς θέλουμε να ζούμε ως κοινωνία και ποιές θα είναι οι προτεραιότητές μας, από τί αποτελούμαστε ως πρόσωπα και τελικά, ποιά κομμάτια μας είναι όντως δικά μας και ποιά έχουν γίνει “αντιγραφή-επικόλληση” πάνω στο άτομό μας από τις προηγούμενες γενιές τής οικογενειακής και κοινωνικής μας καταγωγής.
Άρα, αν χαρακτηρίζαμε την εποχή μας ως την “εποχή τής αναζήτησης τής ταυτότητας” –πράγμα που σε μεγάλο βαθμό ισχύει, καθώς ζούμε, παγκοσμίως, σε μια καθημερινότητα που δεν θυμίζει σε τίποτα την εποχή προ οικονομικής κρίσης, όταν τα πράγματα ήταν, κατά κάποιον τρόπο, “γνωστά” και “τοποθετημένα”– σήμερα, βρισκόμαστε σε μία φρενήρη αναζήτηση ασφάλειας κι εξασφάλισης, νοήματος και προσωπικότητας, υγείας και σταθερότητας: όλα όσα απειλούνται από εξαφάνιση δηλαδή σήμερα. Η εξατομίκευση είναι μία διαδικασία που μπορεί να βοηθήσει τον άνθρωπο στο να ξεκαθαρίσει το ποιός είναι και τί θέλει, κάνοντας πρώτα μία οδυνηρή προεργασία: τον βοηθά να βρει τί δεν θέλει και το ποιός δεν είναι.
Τα ψυχοθεραπευτικά εργαλεία για να το καταφέρουμε αυτό είναι πολλά, αλλά, το σημείο-κλειδί είναι η συνειδητοποίηση και η πλήρης αποδοχή αυτής τής πολύ βασικής αίσθησης: ότι διαπιστώνουμε πως ζούμε την ζωή μας σαν να μην μάς ανήκει και πως ο ίδιος μας ο εαυτός έχει γίνει σαν ένας ξένος· πως ζούμε τις σχέσεις μας χωρίς αμοιβαιότητα κι ικανοποίηση, δεν είμαστε πραγματικά παρόντες στα γεγονότα τής ζωής μας και βασανιζόμαστε από τις αντιφάσεις μας, τις κρυφές μας επιθυμίες κι εν τέλει, αδυνατούμε να συστηθούμε με ειλικρίνεια και να μοιραστούμε την αλήθεια μας ακόμη και με τον ίδιον μας τον εαυτό- παρά μόνο, ίσως, στα όνειρα ή τους εφιάλτες που δεν ζητούν την άδειά μας για να μάς δείξουν ή να μάς δηλώσουν πράγματα, τα οποία ξορκίζουμε με όλες μας τις δυνάμεις στον ξύπνιο μας.
Επομένως, φθάνουμε στα βασικά ερωτήματα: “Πώς οικοδομώ την ταυτότητά μου” και “Πώς επέρχεται η αλλαγή;” και στις απαντήσεις που δίνει ο Γιουνγκ. Ο Ελβετός, λοιπόν, απαντούσε, λέγοντας πως οποιαδήποτε αλλαγή θέλουμε να δούμε στο εξωτερικό περιβάλλον, θα πρέπει πρώτα θα έχουμε αποπειραθεί να την φέρουμε εντός μας- ειδάλλως, είμαστε επιρρεπείς στο να προβάλλουμε τα δικά μας ανεκπλήρωτα, φοβισμένα ή επιθετικά μέρη στον πρώτο διαθέσιμο άτυχο τυχόντα, διαιωνίζοντας έτσι την διασπορά θυμού, βασάνων και δυστυχίας στο κοινωνικό σύνολο. Για παράδειγμα, αν δηλώνουμε πως αποζητούμε περισσότερη ειλικρίνεια “από τους άλλους”, να συζητήσουμε πρώτα ειλικρινά με τις ατομικές πλευρές μας τις λιγότερο κολακευτικές και πιο κρυφές. Αν αποζητούμε την “αποδοχή”, να εξετάσουμε κατά πόσο αποδεχόμαστε τον εαυτόν μας, υπό ποίους όρους και γιατί. Αν μάς “ενοχλεί” η χρήση τού ψέμματος, να μελετήσουμε το κατά πόσο το ψέμμα ξεκινάει κι από μέσα μας.
Εν ολίγοις, μάς προτρέπει να επιστρέψουμε στον εαυτό μας, να ρίξουμε φως στις σκιώδεις πλευρές μας και να συμφιλιωθούμε με τα κομμάτια που έχουμε από μόνοι μας (ή έχουμε εξαναγκαστεί να) εξοβελίσει στο ασυνείδητο, προκειμένου να μάθουμε πού και πώς στεκόμαστε ως ψυχο-συναισθηματικο-διανοητικά σύνολα· τότε θα μπορέσουμε να επαναδιαπραγματευτούμε το τί επιθυμούμε από τις σχέσεις μας, το περιβάλλον μας και την ευρύτερη ζωή, πώς θα το αιτηθούμε αυτό το κάτι, πώς θα το απολαύσουμε και πώς θα διαχειριστούμε τις αποτυχίες κι απογοητεύσεις που αναπόφευκτα έρχονται.
Το να μεγαλώνεις δεν σημαίνει απαραίτητα ότι ωριμάζεις ταυτόχρονα- είναι ο τρόπος με τον οποίο εκμεταλλευόμαστε τα σημεία αλλαγής ή δυσκολίας στην ζωή μας που ορίζει το αν εξελισσόμαστε ή βαλτώνουμε· όσο πιο καθαρά γνωρίζουμε τα ψυχικά θεμέλιά μας, τόσο η εξατομίκευσή μας θα μάς επιτρέπει να βγαίνουμε σοφότεροι κι απ’την αποτυχία μας- “ειδικά την αποτυχία μας”, θα μάς πείραζε ο Γιουνγκ χιουμοριστικά, κλείνοντάς μας το μάτι.
*Ο Δημήτρης Φουσέκης είναι ψυχολόγος M. Sc.

Σχόλια Αναγνωστών
Τα σχόλια είναι κλειστά για αυτό το άρθρο