Ο αυτοαποκαλούμενος «φτωχός» που σκέφτηκε πρώτα εμένα!
Της Μαρίνας-Σελήνης Κατσαΐτη*
Το Σάββατο το βράδυ βρισκόμουν στην Καλαμάτα για κάποιους αθλητικούς αγώνες των παιδιών. Φάγαμε από ένα σουβλάκι και μετά «γλιστρήσαμε» μέσα σε ένα ζαχαροπλαστείο. Πήραμε από ένα γλυκό και τα παιδιά άρχισαν αμέσως να το κατασπαράζουν. Εγώ τελικά, αφού ούτως ή άλλως δεν τρώω ζάχαρη, άλλαξα γνώμη. Ευτυχώς, είχα προνοήσει εν αγνοία μου, και το είχα πάρει πακέτο και όχι στο χέρι.
Στο δρόμο για το σπίτι, είδα έναν άνθρωπο, γύρω στα 60, με μαύρα ρούχα, να ψάχνει στους κάδους των σκουπιδιών. Έβγαζε από μέσα σκουπίδια και τα χώριζε σε δυο (όπως φαίνονταν από μακριά) κατηγορίες. Πλησίασα και των ρώτησα: θα θέλατε ένα γλυκό; Και σαν να έτρωγα ένα ρόπαλο του Baseball στο κεφάλι, τον άκουσα να μου απαντά «Δεν θα ήθελα να σας το στερήσω». Έμεινα άφωνη. Δεν μπορώ να σας περιγράψω πόσο ντράπηκα.
Αυτός ο άνθρωπος, που προφανώς έψαχνε στα σκουπίδια είτε υλικά που θα μπορούσαν με οποιοδήποτε να είναι εμπορεύσιμα (όπως ανακυκλώσιμα) είτε πράγματα και υλικά που θα μπορούσαν να του είναι χρήσιμα, σκέφτηκε πρώτα εμένα αντί, όπως είναι άλλωστε λογικό, να σκεφτεί πρώτα τον εαυτό του (όπως κάνουμε όλοι εμείς οι υπόλοιποι που έχουμε τουλάχιστον λύσει το θέμα της κάλυψης των βασικών μας αναγκών).
Και πριν προλάβω να συνέλθω καλά καλά από τη ζαλάδα της πρώτης απάντησης, συνεχίζει με το επόμενο «χτύπημα»: «Ό,τι κι αν δώσετε σε εμάς τους φτωχούς, είναι για μας καλό».
Απλώνω το χέρι μου και του προσφέρω το κουτάκι του ζαχαροπλαστείου με τις χαρτοπετσέτες. Με ευχαριστεί και ενώ κυριολεκτικά θέλω να ανοίξει η γη να με καταπιεί, διότι θυμάμαι όλα τα ρούχα που δεν φοράω, τα φαγητά που πέταξα στα σκουπίδια την προηγούμενη εβδομάδα, την τσάντα της κόρης μου με τα φρούτα του σχολείου που σάπισαν, το γιαούρτι που έληξε, το τσουρέκι που δεν μας άρεσε αρκετά ώστε να φαγωθεί, και τον καφέ που πήρα απ’ έξω και τελικά έχυσα στο νεροχύτη, έχουν κολλήσει δυο λέξεις στο μυαλό μου: η στέρηση (η δική μου…) και ο (αυτοαπουκαλούμενος) φτωχός.
Βγάζω από το πορτοφόλι μου και του δίνω πέντε ευρώ.
Και τότε με ρωτάει «Από πού είστε;» Του λέω «Από το Γαλαξίδι». Και συνεχίζει «Έχει καλούς ανθρώπους το Γαλαξίδι:» Αργώ λίγο να του απαντήσω, κυρίως αναλογιζόμενη το αν είμαι πραγματικά καλός άνθρωπος ή όχι…και με δισταγμό του απαντάω… «Εεεεε, ναι». Και εκείνος μου λέει «Έχει καλούς ανθρώπους το Γαλαξίδι!»
Δεν ξέρω αν το Γαλαξίδι και το κάθε Γαλαξίδι έχει καλούς ανθρώπους (με πρώτη εμένα). Αυτό που ξέρω είναι ότι αυτός ο άνθρωπος θα έπρεπε να παραδίδει μαθήματα σε σχολεία.
*Η Μαρίνα-Σελήνη Κατσαΐτη είναι Αναπληρώτρια Καθηγήτρια Οικονομικής Ανάλυσης, Πρόεδρος στο Τμήμα Περιφερειακής και Οικονομικής Ανάπτυξης Άμφισσας του Γεωπονικού Πανεπιστημίου Αθηνών

Σχόλια Αναγνωστών
Τα σχόλια είναι κλειστά για αυτό το άρθρο