Υπερτοπικό Μέσο Ενημέρωσης Της Φωκίδας

Τρίτη, 18 Αυγούστου 2026

Με λένε Χάνι της Γραβιάς

Του Νίκου Χαλαζιά

Λίγο πιο πέρα από το χάνι, κάτω από μια μεγάλη γέρικη βελανιδιά, είχαν συναχτεί οι καπεταναίοι με τα παλληκάρια τους, ο Πανουριάς, ο Δυοβουνιώτης και ο Οδυσσέας Αντρούτσος.

Ήταν ξημερώματα Κυριακής, 8 του Μάη 1821 και μόλις είχε φτάσει το μαντάτο: κοντά οχτώ χιλιάδες Τούρκοι με επικεφαλής τον Ομέρ Βρυώνη, είχαν φύγει από τις Θερμοπύλες και κατευθύνονταν προς τη Γραβιά. Πώς θα βαρούσαν τον πασά; Πώς θα ανέκοπταν την κάθοδο του εχθρού προς τον Μοριά; Δεν είχαν περάσει παρά λίγες μέρες από την μάχη της Αλαμάνας και ο μαρτυρικός θάνατος του Διάκου είχε μουδιάσει τους Έλληνες…

Οι δυο γεροκαπετάνιοι, ο Πανουριάς και ο Δυοβουνιώτης πρότειναν να πιάσουν τις γύρω πλαγιές και να βάλουν στη μέση το πέρασμα του εχθρού. Ο Οδυσσέας τους ακούει, τάχα αδιάφορος, μα το βλέμμα του του είναι καρφωμένο στο χάνι, ένα χαμηλό  πλιθόκτιστο σπίτι μ’ ένα πάτωμα κι ολόγυρα μια «μαντρούλα». Μα ξαφνικά σηκώνεται όρθιος, κοιτάζει προς τον Πανουριά και τον Δυοβουνιώτη και, δείχνοντας το χάνι, λέει αποφασιστικά:

Εδώ θα πολεμήσουμε, μα πρέπει ένας από μας να κλειστεί σ’ ετούτη τη μάντρα!

Όλοι τον κοιτάζουν απορημένοι. Ζουρλάθηκε ο Αντρούτσος; Να κλειστούν στο χάνι; Μα αυτό θα ήταν καθαρή αυτοκτονία…

Ο Οδυσσέας δεν τους αφήνει να συνέλθουν από τη σαστισμάρα:

Δεν βρίσκονται ωρέ δω πέρα εκατό παλληκάρια ν΄ακριβοπουλήσουμε το τομάρι μας στους Τούρκους;

 Πριν τελειώσει το λόγο του μια φωνή ακούγεται:

Εγώ καπετάνιε!

Ήταν ο Θανάσης Σεφέρης. Κι από κοντά σαν αντίλαλος ακούγονται κι άλλες φωνές:

Κι εγώ καπετάνιε! Κι εγώ καπετάνιε!

Ο Αντρούτσος δεν χάνει καιρό. Σέρνει από το σελάχι του ένα μαντίλι και δίνοντας το αριστερό του χέρι στον Σεφέρη, φωνάζει:

 Όποιος θέλει να μ’ ακολουθήσει, ας μπει στο χορό!

Και ξεκινάει πρώτος τραγουδώντας το τσάμικο:

Κάτω στου Βάλτου τα χωριά, Ξηρόμερο και Άγραφα,

Γιε μ’ στα πέντε βιλαέτια, φάτε πιείτε μωρ’ αδέρφια!

Ένας ένας οι αγωνιστές πιάνονται στο χορό: ο Αγγελής Γοβιός, ο Κομνάς Τράκας, ο Γιάννης Γκούρας, ο Ηλίας Πετούνης, ο Θανάσης Καπλάνης… Κι όλο πληθαίνουν…  Ο πυρρίχιος των αρχαίων ζωντανεύει μπροστά στο ταπεινό χάνι της Γραβιάς. Ο αρχηγός σέρνει το χορό, με το μάτι του μετράει τους χορευτές και κάποια στιγμή σηκώνει το χέρι του: 

Φτάνει, δεν χρειάζονται άλλοι. 

Εκατόν δεκαεφτά ήταν αυτοί που μέτρησε ο καπετάνιος. Άλλοι δεν χώραγαν στο χάνι. Οι περισσότεροι θα μείνουν απέξω και θα παραπονιούνται γι’ αυτό. 

pastedGraphic.png

       Ο 106χρονος Ηλίας Πετούνης – ένας από τους πολεμιστές της Γραβιάς. 

Εννιά η ώρα το πρωί μπαίνουν οι αποφασισμένοι μαχητές στο χάνι. Υπολογίζουν πως πριν από το μεσημέρι θα εμφανιστεί το τούρκικο ασκέρι. Στα σβέλτα γυρίζουν το νερό της ρεματιάς μέσα στο χάνι για να υδρεύονται και ανοίγουν πολεμίστρες στους τοίχους. Με μεγάλα αγκωνάρια κλείνουν τις δυο αυλόπορτες. Την ίδια ώρα όσοι έμειναν απέξω πιάνουν με τους Πανουριά και Δυοβουνιώτη τα ριζά του Χλωμού κατά τη Γκιώνα, με τον Χρήστο Κοσμά  τα ριζά της Πανάσαρης κατά τον Παρνασσό. 

Κατά τις 11 ή ώρα ο Τουρκικός στρατός – περίπου οχτώ χιλιάδες – πέρασε το ρέμα της Χαϊνίτσας. Ο Ομέρ Βρυώνης, έμπειρος στρατηγός, χτύπησε αρχικά και εύκολα διέλυσε τα ελληνικά σώματα στο Χλωμό και στην Πανάσαρη. Κράτησε τους πιο εκλεκτούς πολεμιστές του για το χάνι της Γραβιάς, που, όπως είχε μάθει, κρατούσε ο παλιός του γνώριμος από τα Γιάννενα, ο Οδυσσέας Αντρούτσος.

pastedGraphic_1.png

           Το χάνι της Γραβιάς

Συνάζονται, λοιπόν, οι Τούρκοι και ξεκινούν για το χάνι. Μπροστά, σε απόσταση από την εχθρική φάλαγγα, καβάλα στο άλογό του ένα γεροντερβίσης. Σκορπίζει άμμο στον αγέρα και ψέλνοντας την προσευχή του, πλησιάζει στο χάνι. Ο Οδυσσέας τον αφήνει να ζυγώσει κοντά και τον ρωτάει στα τούρκικα:

Νέρεγιε γκιντέρσιν: (πού πας;)

Σάλωνα για γκιντέριμ (πάω κατά τα Σάλωνα) απαντά ο ντερβίσης.

Δεν προκάνει να αποσώσει το λόγο του και ο Αντρούτσος με το ξακουστό καριοφίλι το, το «μαντσάρι», τον σωριάζει νεκρό. Μανιασμένοι οι Τούρκοι ορμούν κατά το χάνι μα τα βόλια των κλεισμένων τους θερίζουν. Ο πασάς, που είχε υποτιμήσει το χάνι και τους υπερασπιστές του, προστάζει απανωτά γιουρούσια. Μα όλα έχουν την ίδια τύχη. Τα τούρκικα κουφάρια σωριάζονται γύρω από το χάνι και εμποδίζουν τους επιτιθέμενους. Ανάστατος ο Βρυώνης από την ψυχωμένη αντίσταση των Ελλήνων, μαζεύει το απομεσήμερο τους υπαξιωματικούς του και τάζει γενναίο ρεγάλο σε όποιον πατήσει πρώτος το χάνι. Αποφασίζεται γενική έφοδος. Με βρισιές και κατάρες το τούρκικο ασκέρι ορμάει κατά το χάνι. Ωστόσο, τα ελληνικά καριοφίλια δεν χάνουν ούτε ένα στόχο. Ο αχός της μάχης, τα ξεφωνητά των πολεμιστών και τα βογγητά των πληγωμένων τούρκων κάνουν τον περίβολο του χανιού να μοιάζει με κόλαση. Ελληνικό βόλι σωριάζει νεκρό τον Χαλήλ μπέη, αυτόν που λίγες μέρες πριν στη Λαμία αξίωνε το θάνατο του Διάκου. Μα έχουν και οι κλεισμένοι στο χάνι τις απώλειές τους. Ο Θανάσης Σεφέρης και ο Θανάσης Καπλάνης σκοτώνονται από εχθρικά βόλια. Είναι και οι μοναδικοί νεκροί των μαχητών της Γραβιάς.

Ό ήλιος πέφτει και αποκαμωμένοι οι Τούρκοι αποσύρονται. Μετρούν πάνω από τρακόσιους νεκρούς και περίπου εξακόσιους τραυματίες. Ένας Έλληνας που συνόδευε από τα Γιάννενα τον Ομέρ Βρυώνη, ο Χρήστος Παλάσκας, πλησιάζει τον πασά:

Μη χαλάς άδικα πασά μου το ασκέρι σου. Φέρε ταχιά κανόνια από το Ζητούνι και τους το χαλάς το μαντρί.

Ο πασάς βρίσκει σωστή τη γνώμη του Παλάσκα. Στέλνει λοιπόν ταχυδρόμο στο Ζητούνι (Λαμία) για να του στείλουν δυο κανόνια. Η παρέμβαση του Παλάσκα ήταν σωτήρια για τους κλεισμένους. «Είμεθα και μεις αποκαμωμένοι και, το χειρότερο, μας ετελείωσε και το μπαρούτι. Όταν οι Τούρκοι έπαψαν τα γιουρούσια και εσύροντο μακριά από του τουφεκιού το βόλι, εγονατίσαμε και ευχαριστήσαμε το Θεό», σημειώνει ο Ηλίας Μιχαλόπουλος, ένας από τους μαχητές της Γραβιάς.

Στο μεταξύ ο Παλάσκας, γνώριμος του Οδυσσέα από τα Γιάννενα, ακούγεται να φωνάζει:

Ωρέ Αντρούτσο, καλά σ’ έχουμε κλεισμένο. Ταχιά φέρνουμε δυο κανόνια από το Ζητούν και σας κάνουμε στάχτη!

Έδινε μήνυμα στους κλεισμένους ο Παλάσκας για τους σκοπούς του πασά. Και επειδή δεν ήταν σίγουρος ότι τον άκουσαν, άρχισε να τραγουδάει:

Τώρα μαγιά, τώρα δροσιά, τώρ’ άνοιξη κι αηδόνια

τώρα κι ο ξένος βούλεται στον τόπο του να πάει.

νύχτα σελώνει τ’ άλογο, νύχτα το καλιγώνει.

Οι Τούρκοι δεν έδωσαν σημασία στα λόγια του Παλάσκα, μα ο Οδυσσέας το ’πιασε το μήνυμα. Καθώς τρώγανε «μια ψίχα», λέει στα παλληκάρια του:

Παιδιά δεν πρέπει να μείνουμε άλλο δω μέσα. Οι Τούρκοι θα φέρουν κανόνια από το Ζητούνι και θα μας χαλάσουν. Τα μεσάνυχτα λοιπόν με τα σπαθιά στα χέρια θα περάσουμε μέσα από το τουρκικό ασκέρι. Εδώ χαμένοι για χαμένοι…

Έτσι κι έγινε.  Κατά το μεσονύχτι κι ενώ οι Τούρκοι είχαν πέσει σε βαθύ ύπνο, οι μαχητές της Γραβιάς, αφού θάψανε τους δυο νεκρούς τους, βγήκαν από το χάνι.

Καλή αντάμωση παιδιά στου Σκορδά το χάνι, τους εύχεται ο αρχηγός. Και έμεινε η φράση αυτή παροιμιώδης στη Ρούμελη, για να δηλώνει τις επικίνδυνες αποστολές.

Δεν ξεμακραίνουν πολύ και οι σκοποί των Τούρκων τους παίρνουν χαμπάρι. Μα ως να καλοξυπνήσουν οι Τούρκοι, τα παλληκάρια του Αντρούτσου έχουν προχωρήσει αρκετά. Παρά τις επιθέσεις του εχθρού, χωρίς απώλειες θα φτάσουν, κοντά χαραυγή, στον Αι Λιά του Χλωμού, όπου θα ανταμωθούν με τα σώματα του Πανουριά, του Δυοβουνιώτη και του Κοσμά.

Η στρατηγική ιδιοφυία του Αντρούτσου θριάμβευσε. Η μάχη της Γραβιάς «έσωσε την Επανάστασιν» γράφει ο Παπαρρηγόπουλος. Πράγματι, άλλη θα ήταν η εξέλιξη της Επανάστασης αν οι Τούρκοι διάβαιναν τη Γραβιά και από την Ιτιά των Σαλώνων περνούσαν στον Μοριά, όπου ο Κολοκοτρώνης πολιορκούσε την Τριπολιτσά. Βαθιά προβληματισμένος ο Ομέρ Βρυώνης και ο Κιοσέ Μεχμέτ καταλαβαίνουν πως δεν μπορούν να προχωρήσουν αφήνοντας στα νώτα τους τους επαναστατημένους Ρουμελιώτες. Αλλάζουν σχέδιο και γυρίζουν πίσω. Και έτσι ο Γέρος του Μοριά, ο Κολοκοτρώνης, λίγες μέρες μετά, θα μπορέσει να γράψει το έπος του Βαλτετσίου και να στενέψει τον κλοιό της Τριπολιτσάς.

Σχόλια Αναγνωστών

Τα σχόλια είναι κλειστά για αυτό το άρθρο