Ο Ι. Ν. της Παναγίας (Κοιμήσεως της Θεοτόκου) στην Άμφισσα
Εισαγωγή
Στην καρδιά της παλιάς Άμφισσας, της αρχαίας πόλης που οι δυτικοί περιηγητές του 17ου, 18ου και 19ου αιώνα γνώριζαν ως «Σάλωνα», δεσπόζει από αιώνες ο Ιερός Ναός της Παναγίας, γνωστός στην τοπική παράδοση και ως Παναγία Λεονταρίου ή Παναγία Λεονταριώτισσα. Βρίσκεται στη βορειοδυτική συνοικία της πόλης, η οποία μέχρι σήμερα φέρει το όνομα «Παναγία» χάρη στην παρουσία του ναού. Πρόκειται για έναν από τους αρχαιότερους, ιστορικά τεκμηριωμένους ναούς της περιοχής, με γραπτές μαρτυρίες που ανάγονται τουλάχιστον στα μέσα του 17ου αιώνα, ενώ αρχιτεκτονικά και αρχαιολογικά στοιχεία —όπως ο λαξευμένος σε μάρμαρο ρωμαϊκός/βυζαντινός αετός που περιγράφουν οι πρώτοι περιηγητές— υποδεικνύουν πολύ παλαιότερη προέλευση, πιθανότατα βυζαντινή. Ο ναός αυτός για αιώνες αποτέλεσε τον καθεδρικό ή επισκοπικό ναό της περιοχής, πριν μετεξελιχθεί σε ενοριακό, και σήμερα διατηρεί τη θέση του ως σημαντικό προσκύνημα και μνημείο της εκκλησιαστικής ιστορίας της Άμφισσας.
Οι μαρτυρίες των ξένων περιηγητών
Η παλαιότερη γνωστή γραπτή περιγραφή του ναού και της πόλης οφείλεται στον Γάλλο περιηγητή Jacob Spon, ιατρό από τη Λυών, ο οποίος επισκέφθηκε τα Σάλωνα το 1676 στο πλαίσιο του ταξιδιού του στην Ιταλία, τη Δαλματία, την Ελλάδα και τη Λεβαντίνη. Ο Spon περιγράφει μια πόλη ισομερώς μοιρασμένη ανάμεσα σε Έλληνες και Τούρκους κατοίκους, με τους Έλληνες να διαθέτουν έξι εκκλησίες υπαγόμενες στη Μητρόπολη Αθηνών, υπό επίσκοπο. Ανάμεσα στις εκκλησίες αυτές ξεχώριζε η Μητρόπολη των Ελλήνων, την οποία ο Spon ονομάζει «Panagia Leontariodis», και στην οποία σημειώνει την ύπαρξη ενός ρωμαϊκού αετού λαξευμένου πάνω σε λίθο — στοιχείο που θεωρήθηκε το μόνο αξιοσημείωτο εύρημα της εποχής.
Λίγους μήνες αργότερα, τον Ιανουάριο του 1676, ο Άγγλος περιηγητής Sir George Wheler επισκέφθηκε τα Σάλωνα μαζί με τον Spon και κατέγραψε ανάλογες παρατηρήσεις στο έργο του «A journey into Greece». Ο Wheler αναφέρει ότι ο αριθμός Χριστιανών και Τούρκων ήταν σχεδόν ίσος, ότι υπήρχε μία επισκοπή υπαγόμενη στη Μητρόπολη Αθηνών, ότι οι Έλληνες διέθεταν έξι εκκλησίες, και επιβεβαιώνει την ύπαρξη του ίδιου ρωμαϊκού αετού επί μαρμάρου, χωρίς άλλο αρχαίο εύρημα να έχει εντοπιστεί.
Τον επόμενο αιώνα, ο Γάλλος François Charles Henri Laurent Pouqueville, πρόξενος και περιηγητής, επισκέφθηκε τα Σάλωνα κατά τα έτη 1815-1816 και κατέγραψε στο έργο του «Voyage de la Grèce» (Παρίσι, 1820) ότι η πόλη αριθμούσε τότε πέντε έως έξι χιλιάδες κατοίκους, οι περισσότεροι εκ των οποίων Έλληνες, με επτά εκκλησίες. Σημειώνει επίσης ότι, σύμφωνα με καταλόγους του αυτοκράτορα Λέοντος του Στ΄ του Σοφού (886-912 μ.Χ.) και του Νείλου Δοξαπατρή, η πόλη ονομαζόταν τότε Σόλων ή Χρισσόν, και ότι ο καθεδρικός ναός ήταν αφιερωμένος στην Υπεραγία Παρθένο — μαρτυρία που ενισχύει τη θεώρηση του ναού της Παναγίας ως του ιστορικού επισκοπικού ναού της πόλης.
Ο Άγγλος περιηγητής Edward Dodwell, που ταξίδεψε στην περιοχή μεταξύ 1802 και 1806, σημειώνει ότι οι Έλληνες διέθεταν πολλές μικρές εκκλησίες, οι περισσότερες εκ των οποίων βρίσκονταν ήδη τότε σε κατάσταση ερειπώσεως — ένδειξη της φθοράς που είχε επιφέρει η μακρά Τουρκοκρατία στα εκκλησιαστικά κτίσματα της περιοχής. Τέλος, ο Γάλλος Jean-Alexandre Buchon, στο έργο του «La Grèce Continentale et la Morée» (Παρίσι, 1842), περιγράφει την επίσκεψή του στην Άμφισσα (Σάλωνα) το 1841, κατά την οποία συνάντησε, μεταξύ άλλων μνημείων, και τον Ιερό Ναό της Παναγίας.
Η περίοδος της Τουρκοκρατίας
Κατά τη διάρκεια της Τουρκοκρατίας, η θέση των χριστιανικών ναών ήταν ιδιαίτερα δυσχερής. Οι Οθωμανοί κατακτητές έθεταν συστηματικά εμπόδια στη συντήρηση και επισκευή των ναών των χριστιανών, ενώ η άδεια για την ανέγερση νέου ναού χορηγούνταν μόνο κατόπιν δωροδοκίας των τοπικών αρχών. Επιπλέον, δεν επιτρεπόταν η κατασκευή τρούλων ή η τοποθέτηση καμπανών, και κάθε νέα οικοδομή έπρεπε εξ ορισμού να παραμένει πενιχρή και άκομψη, ώστε να μη διεκδικεί μεγαλοπρέπεια απέναντι στα μουσουλμανικά τεμένη.
Ο Ιερός Ναός της Παναγίας, ο οποίος προϋπήρχε του έτους 1676, φαίνεται ότι προς το τέλος της Τουρκοκρατίας είχε ερειπωθεί ή είχε καταρρεύσει τελείως, ακριβώς εξαιτίας αυτών των περιορισμών. Ενδεικτικό είναι ένα έγγραφο με ημερομηνία 30 Σεπτεμβρίου 1829, το οποίο συνέταξε ο έκτακτος Επίτροπος της Ανατολικής Ελλάδος Κωνσταντίνος Μεταξάς, εδρεύων στα Σάλωνα, προς τον πρώτο Κυβερνήτη της Ελλάδος Ιωάννη Καποδίστρια. Στο έγγραφο αυτό αναφέρεται ότι υπήρχαν τότε στα Σάλωνα περίπου τριακόσιες οικογένειες, χωρίς όμως να υπάρχει καμία λειτουργούσα εκκλησία, παρά μόνο ένα ερείπιο, το ήμισυ του οποίου ήταν σκεπασμένο και το άλλο ήμισυ ασκεπές.
Κατά την Επανάσταση της Παλιγγενεσίας του 1821, ως αντίποινα των Ελλήνων για τις καταστροφές που είχαν υποστεί οι δικές τους εκκλησίες, κατεδαφίστηκε ο μιναρές του γειτονικού μουσουλμανικού τζαμιού — γεγονός που καταγράφει ο περιηγητής Jean-Alexandre Buchon κατά την επίσκεψή του το 1841.
Η ανοικοδόμηση και η νεότερη ιστορία του κτιρίου
Μετά την Επανάσταση της Παλιγγενεσίας, στο χρονικό διάστημα μεταξύ 1829 και 1841, ο Ιερός Ναός της Παναγίας ανακαινίστηκε ή ανοικοδομήθηκε εκ νέου, διατηρώντας σχεδόν την παλαιά του μορφή και επωνυμία. Σύμφωνα με «πίνακα εμφαίνοντα τους ενοριακούς ναούς της Επαρχίας Παρνασσίδος», συνταγμένο στις 20 Μαρτίου 1878 και σωζόμενο στα Γενικά Αρχεία του Κράτους, ο χρόνος οικοδόμησης του σημερινού κτίσματος τοποθετείται περί το έτος 1840, με τη δαπάνη οικοδομής και διακόσμησης να βαραίνει τους ενορίτες, και την κατάσταση του διακόσμου να χαρακτηρίζεται «καλή». Ο ναός λειτουργούσε τότε ως ενοριακός.
Το 1850 έγιναν οι αγιογραφίες του εσωτερικού της οροφής του ναού, δαπάνη των τότε επιτρόπων Γιαννούτσου Χαρίτου και Αλεξανδρή Αλευρά, από τον αγιογράφο Κωνσταντίνο Φανέλη. Ο Φανέλης, Έλληνας ζωγράφος γεννημένος στη Σμύρνη το 1791, είχε αφιερωθεί ιδιαιτέρως στη σπουδή της αγιογραφίας στο Άγιον Όρος, την Ιταλία και τη Γερμανία, εργάστηκε επί μακρόν στα Ιεροσόλυμα, και μετά την απελευθέρωση της Ελλάδος εγκαταστάθηκε στην Αθήνα και, από το 1846, στο Αίγιο. Στο ενεργητικό του περιλαμβάνονται σημαντικά αγιογραφικά έργα σε ναούς όπως ο Μητροπολιτικός Ναός Αθηνών (Πλατυτέρα), ο Ναός Φανερωμένης και ο Μητροπολιτικός Ναός της Άμφισσας, καθώς και ο Ναός Ταξιαρχών Αιγίου. Οι αγιογραφίες της οροφής υπέστησαν συντήρηση εκ νέου το 1995.
Στο πρόσωπο του τέμπλου του ναού διασώζονται εικόνες με χαρακτηριστικές εγχάρακτες επιγραφές που αναφέρουν το όνομα του δωρητή, του αγιογράφου και το έτος αφιέρωσης, στοιχεία πολύτιμα για την προσωπογραφία της τοπικής κοινωνίας του 19ου αιώνα: η Αγία Τριάς (1887), εικόνες του Ιησού Χριστού, του Ιωάννου του Προδρόμου, του Αγίου Σπυρίδωνος, του Άρχοντος Γαβριήλ, του Αγίου Δημητρίου, της Μητρός του Θεού «η Ελπίς των Χριστιανών» (διά χειρός Κ. Φανέλλη, 1876), της Κοιμήσεως της Θεοτόκου, του Αγίου Αθανασίου, του Άρχοντος Μιχαήλ και του Αγίου Γεωργίου (1881), δωρεές διαφόρων ενοριτών μεταξύ 1876 και 1892. Στο κάτω τμήμα του τέμπλου εικονίζεται ο Μυστικός Δείπνος, πλαισιωμένος από εικόνες προφητών —Ιερεμίας, Ααρών, Δανιήλ, Σολομών, Βαλαάμ, Μωυσής, Ιεζεκιήλ, Ζαχαρίας, Ιακώβ, Δαβίδ— ενώ υπεράνω βρίσκεται εγκόλπιο του Κυρίου, πλαισιωμένο από εικόνες των Αγίων Αποστόλων και, ψηλότερα, επτά εικόνες των Δεσποτικών Εορτών.
Στο προσκυνητάριο πλησίον της εισόδου του ναού φυλάσσεται τριπρόσωπη ιερή εικόνα, με τον Ιησού Χριστό, την Υπεραγία Θεοτόκο και τον Πρόδρομο στο άνω μέρος και την Κοίμηση της Θεοτόκου μαζί με τους Αγίους Δημήτριο και Γεώργιο στο κάτω. Εντός του Ιερού Βήματος βρίσκονται φορητή εικόνα του Αποστόλου Παύλου, δωρεά της Μαριγώς Μπρουκά από την Αράχωβα (15 Δεκεμβρίου 1939), καθώς και Λάβαρο της Μεταστάσεως της Θεοτόκου, δαπάνη Σπυρίδωνος και Χαραλάμπους Χατζή Ματθιού, έργο του Κήρκου Π. Κρινοπούλου (1884).
Ξεχωριστό αρχιτεκτονικό στοιχείο του συγκροτήματος αποτελεί το τετραώροφο, ψηλό καμπαναριό, χτισμένο σε απόσταση από τον κυρίως ναό —επιλογή που περιγράφεται ως τολμηρή και «ανορθόδοξη» σε σχέση με τον υπόλοιπο όγκο της εκκλησίας και τον ψηλό περίβολό της, αλλά με σωστές αναλογίες και αξιοσημείωτη απλότητα στη σύνθεσή της. Η στέψη του απαρτίζεται από τετραγωνική πλατυκόρυφη πυραμίδα με κεραμίδια. Σύμφωνα με μαρτυρία που καταγράφει ο Ιωάννης Γιακουμής, το καμπαναριό της Παναγίας ήταν γνωστό στην πόλη ως «το καμπαναριό στο Κάστρο». Στο κωδωνοστάσιο σώζεται ανηρτημένος κώδων ευήχου τόνου, για τον οποίο υπάρχει η πληροφορία ότι αποφασίστηκε, αλλά τελικά δεν κατέστη δυνατή, η μεταφορά του στον νέο ενοριακό ναό «Η Κοίμησις της Θεοτόκου και ο Άγιος Νικόλαος».
Το παλαιό Κοιμητήριο της Παναγίας
Στον αύλειο χώρο γύρω από τον ναό, προς βορρά και ανατολή, λειτούργησε επί αιώνες κοιμητήριο, σύμφωνα με την αρχαία χριστιανική παράδοση κατά την οποία η Εκκλησία σφίγγει στοργικά στις αγκάλες της, ως εξίσου ζώντες, εκλιπόντες και παρόντες. Το κοιμητήριο λειτούργησε, όσο μπορεί να διαπιστωθεί, μέχρι περίπου το έτος 1925, χωρίς να είναι δυνατόν να εξακριβωθεί το ακριβές έτος παύσης της λειτουργίας του. Κατάλοιπα του παλαιού κοιμητηρίου σώζονται μέχρι σήμερα, μεταξύ αυτών προτομή κάτω από την οποία αναγράφεται η μνήμη του Κωνσταντίνου Ταρσή (1847-1908) εκ μέρους της συζύγου του Ευφροσύνης, με μαρμάρινη πλάκα προερχόμενη πιθανώς από άλλο μνημείο, όπου αναγράφεται η μνήμη του Ιωάννου Αναγνώστου Λαχανά (1835-1894)· μαρμαρίνη στήλη με τη μνήμη του εμπόρου Γεωργίου Ι. Δελμούζου, θανόντος τον Φεβρουάριο του 1882 σε ηλικία 54 ετών, με την επιγραφή να τον χαρακτηρίζει «υπόδειγμα τιμής τε και εργασίας»· και μαρμάρινη πλάκα με τη μνήμη του Λουκά Νιτσικόπουλου, γεννηθέντος στην Άμφισσα το 1816 και αποβιώσαντος το 1866, μνημείο που καταστράφηκε κατά την κοπή των κυπαρισσιών τον Δεκέμβριο του 1988 και του οποίου η μαρμάρινη πλάκα επανατοποθετήθηκε πάνω σε άλλο, παλαιότερα καταστραφέν μνημείο, με την επιγραφή «Αμφίσσης γέννημα τε θρέμμα τε».
Άλλα σωζόμενα μνημεία περιλαμβάνουν τη μνήμη ανδρός γεννηθέντος τον Μάιο του 1806 και αποβιώσαντος τον Νοέμβριο του 1873, καθώς και μαρμάρινη πλάκα με τη μνήμη του Γεωργίου Κοκάλη, αποβιώσαντος στις 8 Μαρτίου 1891. Στα κατάλοιπα του κοιμητηρίου λέγεται ότι διατηρείται ακόμη οστεοφυλάκιο. Δυστυχώς, τον Δεκέμβριο του 1988 έκοψαν, χωρίς άδεια, ενορίτες και περίοικοι, δέντρα κυπαρίσσου του χώρου, καταστρέφοντας ένα από τα υπάρχοντα μνημεία, χωρίς ο υπαίτιος να αναλάβει την επισκευή της ζημιάς.
Από τα ληξιαρχικά βιβλία της περιοχής, που καλύπτουν τα έτη 1834-1841 και 1856-1898, προκύπτει ότι για την ταφή θανόντων ενοριτών της Παναγίας χρησιμοποιούνταν κατά κανόνα το κοιμητήριο του άλλοτε ενοριακού ναού της, ενώ σε ελάχιστες περιπτώσεις η ταφή έγινε σε άλλους ναούς: στο κοιμητήριο του Ιερού Ναού των Αγίων Αποστόλων τάφηκαν έξι, στο κοιμητήριο του Ιερού Ναού των Αγίων Αναργύρων πέντε, στο Κοιμητήριο του Ναού της Μεταμορφώσεως του Σωτήρος ένας, στο Κοιμητήριο του Ναού της Αγίας Τριάδος ένας, στο Κοιμητήριο του Ναού των Αγίων Πάντων δεκατρείς και στο Κοιμητήριο του Ναού του Αγίου Νικολάου τέσσερις.
Με απόφαση του Εκκλησιαστικού Συμβουλίου του Ενοριακού Ιερού Ναού από 10 Ιανουαρίου 1926, κατόπιν εγγράφου του Γυμνασιάρχου του Γιατζείου Γυμνασίου Άμφισσας, ο περίβολος του παλαιού Ιερού Ναού παραχωρήθηκε προς διαμόρφωση σε σχολικό κήπο, με αιτιολογία ότι η μεταβολή αυτή θα ωφελούσε τη σπουδάζουσα νεολαία και παράλληλα θα προστάτευε το ίδιο το εξωκλήσι από τις καταστροφές που προκαλούσαν τα ζώα που έβοσκαν ανεπιτήρητα στον χώρο· η παραχώρηση εγκρίθηκε και από το Μητροπολιτικό Συμβούλιο της Ιεράς Μητροπόλεως Φωκίδος. Αργότερα, κατά τα έτη 1983-1984, τμήμα του περιβόλου χώρου μετατράπηκε σε «παιδική χαρά» από τον Δήμο Αμφίσσης, χωρίς όμως απόφαση του Εκκλησιαστικού Συμβουλίου ή έγκριση του Μητροπολιτικού Συμβουλίου.
Η ένωση των ενοριών και η μετάβαση σε προσκυνηματικό ναό
Ο Ιερός Ναός της Παναγίας, της Κοιμήσεως της Θεοτόκου, λειτουργούσε ως ενοριακός Ιερός Ναός μέχρι τη συνένωση, τότε, της Ενορίας της Παναγίας με την, τότε, Ενορία του Αγίου Νικολάου (παλαιός ναός Αγίου Νικολάου, σήμερα Ιερός Ναός Αγίας Παρασκευής), κατά το έτος 1900, και την ανέγερση του νέου ενοριακού Ιερού Ναού με την επωνυμία «Η Κοίμησις της Θεοτόκου και ο Άγιος Νικόλαος» — με θεμέλιο λίθο που τέθηκε στις 3 Δεκεμβρίου 1900 και εγκαίνια που τελέστηκαν στις 7 Μαΐου 1906. Από τότε, ο παλαιός Ιερός Ναός της Παναγίας έπαυσε πλέον να είναι ενοριακός ναός, αφού πλέον την ιδιότητα αυτή κατείχε η νέα ενοριακή Μητρόπολη της Αμφίσσης.
Παρά την αλλαγή αυτή, ο ναός παρέμεινε σημείο αναφοράς για την τοπική κοινωνία και εξακολούθησε να συνδέεται με σημαντικά πρόσωπα και γεγονότα της εκκλησιαστικής ιστορίας. Ο ισαπόστολος και ιερομάρτυς Άγιος Κοσμάς ο Αιτωλός, κατά τη δεύτερη περιοδεία του στην Ελλάδα μεταξύ των ετών 1763 και 1773, κατόπιν εγκριτικής αδείας του Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως, επισκέφθηκε μεταξύ άλλων περιοχών και τα Σάλωνα (Άμφισσα), γεγονός από το οποίο συνάγεται ότι πιθανότατα κήρυξε στον τότε Ιερό Ναό του Αγίου Νικολάου. Ο Άγιος Νεκτάριος ο θαυματουργός, πρώην Μητροπολίτης Πενταπόλεως, ως Ιεροκήρυξ των Ιερών Μητροπόλεων Φθιώτιδος και Φωκίδος κατά τα έτη 1893-1894, επισκέφθηκε την Άμφισσα και πιθανόν κήρυξε στον τότε ενοριακό Ιερό Ναό της Παναγίας. Ο π. Ευσέβιος Ματθόπουλος, γενικός ιεροκήρυξ του Έθνους, αρχιμανδρίτης και ιδρυτής της Αδελφότητας Θεολόγων «Ζωή», επισκέφθηκε επίσης την Άμφισσα κατά το έτος 1898 και πιθανόν κήρυξε στον τότε ενοριακό ναό της Παναγίας.
Ανάμεσα στα σημαντικά ιστορικά γεγονότα που καταγράφονται για τον ναό συγκαταλέγεται και η σεισμική δόνηση μεγέθους 6,8 βαθμών της κλίμακας Ρίχτερ, στις 20 Ιουλίου 1870, με επίκεντρο πλησίον της Αμφίσσης, η οποία προκάλεσε συνεχείς μετασεισμούς έως και το 1873 και σοβαρές καταστροφές στην πόλη.
Πανηγύρεις, τελετές και τοπικά έθιμα
Στον Ιερό Ναό της Παναγίας τελούνταν παλαιότερα σειρά πανηγύρεων και τελετών κατά τη διάρκεια του εκκλησιαστικού έτους: στις 15 Αυγούστου, εορτή της Κοιμήσεως της Θεοτόκου (πανήγυρη που εγκαταλείφθηκε μετά τα εγκαίνια του νέου ενοριακού ναού)· στις 23 Αυγούστου, Απόδοση της Εορτής, οπότε ο ναός τελεί πανήγυρη αντί της κυρίως εορτής, ακολουθούμενη από μνημόσυνο του ιερέως και της πρεσβυτέρας π. Ευθυμίου και Παναγούλας Ματθιού, και, από το 1988, μνημόσυνο κτητόρων, ανακαινιστών, ευεργετών, δωρητών, εφημερίων, ενοριτών, επιτρόπων, ιεροψαλτών και νεωκόρων του άλλοτε ναού, καθώς και των κεκοιμημένων στο παλαιό κοιμητήριο· στις 21 Νοεμβρίου, εορτή των Εισοδίων της Θεοτόκου· στις 26 Δεκεμβρίου, Σύναξις της Υπεραγίας Θεοτόκου, με μνημόσυνο από το 1990 των δωρητών της πόλης Παναγούλας και Ανδρέου Παύλου και των γονέων της Γεωργίας και Αργυρής Μαστρογιαννοπούλου· στις 2 Φεβρουαρίου, εορτή της Υπαπαντής του Κυρίου· και τη Δευτέρα της Διακαινησίμου εβδομάδας (Δευτέρα του Πάσχα), οπότε κατά παλαιό έθιμο τελείτο η κεντρική πανήγυρη του ναού, στην οποία προσέρχονταν όλοι οι Αμφισσείς.
Κατά τη Δευτέρα του Πάσχα, μετά τη Θεία Λειτουργία, λάμβανε χώρα, από το 1959, κλήρωση παρουσία των δημοτικών αρχών για την προικοδότηση άπορων κοριτσιών της συνοικίας της Παναγίας, μέσω κληροδοτήματος του Ιωάννου Γιδογιάννου. Παλαιότερα, μετά τη Θεία Λειτουργία, οι Αμφισσείς «ετσούγκριζαν κόκκινα πασχαλινά αυγά» και ακολουθούσαν διασκέδαση και χοροί, ενώ η σχετική συγκέντρωση ήταν γνωστή στους παλαιότερους κατοίκους ως «νυφοπάζαρο» — έθιμο που δυστυχώς εγκαταλείφθηκε εδώ και πολλά χρόνια. Ενδεικτικά, δημοσιεύματα του τοπικού τύπου καταγράφουν αντίστοιχες προικοδοτήσεις άπορων κοριτσιών της περιοχής τα έτη 1950, 1952, 1958 και 1971, πάντα στο πλαίσιο της πανηγύρεως της Δευτέρας του Πάσχα, καθώς και εορτασμούς της Αποδόσεως στις 23 Αυγούστου, με λιτάνευση της ιεράς εικόνας στους δρόμους της ομώνυμης συνοικίας της Παναγίας, έθιμο που καθιερώθηκε από το 1997 και είχε προηγουμένως τελεστεί, με ανάλογο τρόπο, πριν από το 1966, επί εφημερίου π. Νικολάου Βαμβακά.
Ο ναός σήμερα
Ο Ιερός Ναός της Παναγίας βρίσκεται σήμερα εντός οικοπέδου εμβαδού 1.400 τετραγωνικών μέτρων, σύμφωνα με τοπογραφικό διάγραμμα που συνέταξε ο αρχιτέκτονας-μηχανικός Δ. Ψιμούλης τον Νοέμβριο του 1998. Παρά την απώλεια της ενοριακής του ιδιότητας από τις αρχές του 20ού αιώνα, παραμένει ζωντανό προσκύνημα και σημείο αναφοράς για την τοπική κοινωνία της Άμφισσας, χάρη στις ετήσιες πανηγύρεις που εξακολουθούν να τελούνται σε αυτόν, στα ιστορικά κειμήλια και τις εικόνες που φιλοξενεί, καθώς και στη μακρά ιστορική συνέχεια που αντιπροσωπεύει — από τη βυζαντινή, πιθανότατα, καταγωγή του, μέσα από τις δοκιμασίες της Τουρκοκρατίας και την ανοικοδόμηση της Παλιγγενεσίας, έως τη σύγχρονη λειτουργία του ως μνημείου και τόπου προσευχής της πόλης.
Το Απολυτίκιο του ναού (Ήχος Α΄) αποδίδει με λιτότητα το κεντρικό νόημα της εορτής στην οποία είναι αφιερωμένος: «Ἐν τῇ Γεννήσει τὴν παρθενίαν ἐφύλαξας· ἐν τῇ Κοιμήσει τὸν κόσμον οὐ κατέλιπες, Θεοτόκε· μετέστης πρὸς τὴν ζωήν, Μήτηρ ὑπάρχουσα τῆς ζωῆς, καὶ ταῖς πρεσβείαις ταῖς σαῖς λυτρουμένη ἐκ θανάτου τὰς ψυχὰς ἡμῶν».
Πηγή: Ιωάννης Δημ. Ζουμάς, ιστορικό-εκκλησιαστικό σύγγραμμα «Το ιστορικό της Ενορίας Η Κοίμησις της Θεοτόκου και ο Άγιος Νικόλαος» (σελ. 141-165), με βιβλιογραφικές παραπομπές σε περιηγητικά κείμενα, εκκλησιαστικά αρχεία και τοπικό τύπο.

Σχόλια Αναγνωστών
Παρακαλούμε να σέβεστε τους συνομιλητές σας και να αποφεύγετε τις ύβρεις και τους χαρακτηρισμούς. Όλα τα σχόλια πρέπει να εγκριθούν πριν δημοσιευθούν. Το email σας δεν δημοσιεύεται.