Ο θεσμός της διαμεσολάβησης- Έννοια, διαδικασία, προβληματισμοί
Σύμφωνα με το τελικό κείμενο του νόμου, η ισχύς των νέων διατάξεων είναι άμεση, πλην του άρθρου 182 περί υποχρεωτικότητας, το οποίο τίθεται σε ισχύ εννέα (9) μήνες από τη δημοσίευσή του νόμου και καταλαμβάνει τα εισαγωγικά της δίκης δικόγραφα στον πρώτο βαθμό, τα οποία κατατίθενται μετά την παρέλευση του ανωτέρω χρονικού διαστήματος των εννέα (9) μηνών. Η ισχύς του δηλαδή θα ξεκινήσει από τον Σεπτέμβριο του 2018.
Ως «διαμεσολάβηση» νοείται μια διαδικασία με βασικά προσδοκώμενα χαρακτηριστικά την εμπιστευτικότητα, την ιδιωτική αυτονομία, την ουδετερότητα και αμεροληψία του διαμεσολαβητή, στην οποία δύο ή περισσότερα μέρη επιχειρούν εκουσίως, με καλόπιστη συμπεριφορά και συναλλακτική ευθύτητα να επιλύσουν με συμφωνία, μία διαφορά τους, με τη βοήθεια διαμεσολαβητή.
Ως «διαμεσολαβητής» νοείται τρίτο πρόσωπο σε σχέση με τους διαδίκους και τη διαφορά, που αναλαμβάνει να διαμεσολαβήσει διευκολύνοντας τα συμμετέχοντα μέρη να βρουν μια κοινά αποδεκτή λύση της διαφοράς τους. Ο διαμεσολαβητής πρέπει να είναι νόμιμα διαπιστευμένος στην Ελλάδα ή σε άλλο κράτος-μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Στη διαδικασία της διαμεσολάβησης, εκτός από τις διαφορές που υποχρεωτικά πρέπει να υπαχθούν από τον Σεπτέμβριο του 2018 και για τις οποίες γίνεται λόγος παρακάτω, μπορούν δυνητικά να υπαχθούν σε κάθε περίπτωση οι αστικές και εμπορικές διαφορές ιδιωτικού δικαίου, υφιστάμενες ή μέλλουσες, μετά από έγγραφη συμφωνία των μερών, αν αυτά έχουν την εξουσία να διαθέτουν το αντικείμενο της διαφοράς, σύμφωνα με τις διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου. Η συμφωνία των μερών για υπαγωγή της διαφοράς τους στη διαδικασία της διαμεσολάβησης πρέπει να περιγράφει το αντικείμενο αυτής και διέπεται από τις διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου για τις συμβάσεις.
Σύμφωνα με το τελικό κείμενο του άρθρου 182 και επόμενων του Ν. 4512/2018, η υποχρεωτική υπαγωγή ιδιωτικών διαφορών στη διαδικασία της διαμεσολάβησης, καθώς και η υποχρέωση ενημέρωσης από τον πληρεξούσιο δικηγόρο για αυτές, ρυθμίζεται ως εξής:
Διαφορές που υπάγονται υποχρεωτικά στη διαδικασία διαμεσολάβησης.
Επί ποινή απαραδέκτου της συζήτησης στο Δικαστήριο του ενδίκου βοηθήματος, οι παρακάτω ιδιωτικές διαφορές υπάγονται υποχρεωτικά στη διαδικασία της διαμεσολάβησης:
α) Οι διαφορές ανάμεσα στους ιδιοκτήτες ορόφων ή διαμερισμάτων από τη σχέση οροφοκτησίας, οι διαφορές από τη λειτουργία απλής και σύνθετης κάθετης ιδιοκτησίας, οι διαφορές αφενός ανάμεσα στους διαχειριστές ιδιοκτησίας κατ’ ορόφους και κάθετης ιδιοκτησίας και αφετέρου στους ιδιοκτήτες ορόφων, διαμερισμάτων και κάθετων ιδιοκτησιών, καθώς επίσης και διαφορές που εμπίπτουν στο ρυθμιστικό πεδίο των άρθρων 1003 έως 1031 του ΑΚ(γειτονικό δίκαιο).
β) Οι διαφορές που αφορούν απαιτήσεις αποζημίωσης οποιασδήποτε μορφής για ζημίες από αυτοκίνητο, ανάμεσα στους δικαιούχους ή τους διαδόχους τους και εκείνους που έχουν υποχρέωση για αποζημίωση ή τους διαδόχους τους, όπως και απαιτήσεις από σύμβαση ασφάλισης αυτοκινήτου, ανάμεσα στις ασφαλιστικές εταιρείες και τους ασφαλισμένους ή τους διαδόχους τους, εκτός αν από το ζημιογόνο συμβάν επήλθε θάνατος ή σωματική βλάβη.
γ) Οι διαφορές από αμοιβές του άρθρου 622Α του ΚΠολΔ(αμοιβές, αποζημιώσεις και έξοδα δικηγόρων, συμβολαιογράφων, μηχανικών, γιατρών, κτηνιάτρων, διαιτητών, εκκαθαριστών κληρονομιάς κα).
δ) Οι οικογενειακές διαφορές, εκτός από αυτές της παραγράφου 1 περιπτώσεις α΄, β΄ και γ΄ και της παραγράφου 2 του άρθρου 592 ΚΠολΔ, δηλαδή το διαζύγιο, την ακύρωση του γάμου και την αναγνώριση της ύπαρξης ή της ανυπαρξίας του γάμου.
ε) Οι διαφορές που αφορούν σε απαιτήσεις αποζημίωσης ασθενών ή των οικείων τους σε βάρος ιατρών, οι οποίες ανακύπτουν κατά την άσκηση της επαγγελματικής δραστηριότητας των τελευταίων.
στ) Οι διαφορές που δημιουργούνται από την προσβολή εμπορικών σημάτων, διπλωμάτων ευρεσιτεχνίας, βιομηχανικών σχεδίων ή υποδειγμάτων.
ζ) Οι διαφορές από χρηματιστηριακές συμβάσεις.
Εξαιρούνται από την υποχρεωτική υπαγωγή σε διαμεσολάβηση της αμέσως προηγούμενης παραγράφου:
α) η κύρια παρέμβαση που ασκείται σε συνάφεια με το αντικείμενο των διαφορών αυτών,
β) οι διαφορές στις οποίες διάδικο μέρος είναι το Δημόσιο ή Ο.Τ.Α. ή Ν.Π.Δ.Δ.,
γ) οι διάδικοι που δικαιούνται νομικής βοήθειας κατά το ν. 3226/2004, όπως ισχύει, ή στους οποίους παρέχεται το ευεργέτημα της πενίας κατά τα άρθρα 194 και 195 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας,
δ) οι δίκες οι σχετικές με την εκτέλεση,
ε) η ανακοπή των άρθρων 632 και 633 παρ. 2 ΚΠολΔ,
στ) κάθε άλλη περίπτωση στην οποία δεν προβλέπεται αναστολή εκτέλεσης κατά τις κείμενες διατάξεις του νόμου,
ζ) οι διαφορές του ν. 3869/2010,(Νόμος «Κατσέλη»)
η) οι διαταγές πληρωμής,
Η υπαγωγή μιας διαφοράς ιδιωτικού δικαίου στη διαδικασία της διαμεσολάβησης δεν αποκλείει τη λήψη ασφαλιστικών μέτρων για αυτήν, σύμφωνα με τις διατάξεις του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας.
Διαδικασία Προσφυγής στη Διαμεσολάβηση.
Ο δικηγόρος του αιτούμενου δικαστική προστασία υποχρεούται, ανεξάρτητα από την αξία του ένδικου αντικειμένου, να υποβάλει σε διαμεσολαβητή από τη λίστα διαπιστευμένων διαμεσολαβητών του Υπουργείου Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, αίτημα προσφυγής στη διαδικασία της διαμεσολάβησης. Ο διαμεσολαβητής γνωστοποιεί στο άλλο ή στα άλλα μέρη το κατά τα ανωτέρω αίτημα προσφυγής στη διαδικασία της διαμεσολάβησης και συνεννοείται με αυτά για την ημερομηνία και τον τόπο διεξαγωγής της συνεδρίας διαμεσολάβησης. Η γνωστοποίηση μπορεί να γίνει εγγράφως με συστημένη επιστολή ή ηλεκτρονικά ή με κάθε άλλο νόμιμο τρόπο, αρκεί να αποδεικνύεται το περιεχόμενό της και η ημερομηνία της. Τα μέρη παρίστανται υποχρεωτικά, μετά των πληρεξούσιων δικηγόρων τους πλην των περιπτώσεων των καταναλωτικών διαφορών και μικροδιαφορών.
Αν δεν είναι δυνατή η φυσική παρουσία αμφοτέρων των μερών και του διαμεσολαβητή στον ίδιο τόπο και χρόνο, η συνεδρία της διαμεσολάβησης μπορεί να πραγματοποιηθεί με τη διαδικασία της τηλεδιάσκεψης μέσω ηλεκτρονικού υπολογιστή ή άλλου συστήματος τηλεδιάσκεψης, στο οποίο έχει πρόσβαση το άλλο ή τα άλλα μέρη της διαφοράς.
Η υποχρεωτική υπαγωγή στη διαδικασία της διαμεσολάβησης δεν εφαρμόζεται όταν η πρόσκληση για προσφυγή σε αυτή περιλαμβάνει πρόσωπο ή πρόσωπα αγνώστου διαμονής.
Σε κάθε περίπτωση, η διαδικασία της διαμεσολάβησης δεν μπορεί να υπερβαίνει συνολικά τις είκοσι τέσσερις (24) ώρες, εκτός εάν τα μέρη συμφωνήσουν διαφορετικά.
Αποτυχία της διαδικασίας-Συνέπειες μη προσέλευσης στην υποχρεωτική διαδικασία διαμεσολάβησης
Με το ανεπιτυχές πέρας της διαδικασίας διαμεσολάβησης και της σύνταξης του σχετικού πρακτικού, κάθε μέρος της διαφοράς προσκομίζει αυτό στο δικαστήριο, επί ποινή απαραδέκτου της συζήτησης. Το ίδιο δικαίωμα έχει κάθε μέρος της διαφοράς για κάθε κεφάλαιο των απαιτήσεών του το οποίο δεν συζητήθηκε στη διαδικασία της διαμεσολάβησης από υπαιτιότητα του άλλου μέρους, καίτοι αυτό υπαγόταν υποχρεωτικά στη διαδικασία της διαμεσολάβησης ανεξαρτήτως του αποτελέσματος αυτής. Αν το ένα μέρος της διαφοράς δεν προσέρχεται στη διαδικασία της διαμεσολάβησης, παρότι έχει κληθεί προς τούτο με ηλεκτρονικό ταχυδρομείο ή τηλεομοιοτυπία (φαξ) ή συστημένη επιστολή, ο διαμεσολαβητής συντάσσει πρακτικό και το άλλο μέρος προσκομίζει αυτό στο Δικαστήριο κατά τη συζήτηση της αγωγής ή άλλου ένδικου βοηθήματος. Στην τελευταία περίπτωση, με την απόφαση του Δικαστηρίου που επιλαμβάνεται της διαφοράς, δύναται να επιβληθεί στο διάδικο μέρος που δεν προσήλθε στη διαδικασία της διαμεσολάβησης, αν και κλήθηκε προς τούτο, όπως ανωτέρω, χρηματική ποινή, η οποία δεν μπορεί να είναι κατώτερη από εκατόν είκοσι (120) ευρώ και μεγαλύτερη από τριακόσια (300) ευρώ, συνεκτιμωμένης της εν γένει συμπεριφοράς του στη μη προσέλευση στη διαδικασία της διαμεσολάβησης και επιπλέον χρηματική ποινή μέχρι ποσοστού 0,2% επί του αντικειμένου της διαφοράς ανάλογα με την έκταση της ήττας αυτού.
Συμφωνία των μερών
Μετά το πέρας της διαδικασίας διαμεσολάβησης, εφόσον τα μέρη έρχονται σε συμφωνία συντάσσεται πρακτικό το οποίο υπογράφεται από τον διαμεσολαβητή, τα μέρη και τους πληρεξουσίους δικηγόρους τους και κάθε μέρος δικαιούται να παραλάβει από ένα ισόκυρο πρακτικό, το οποίο και δύναται να καταθέσει οποτεδήποτε στη γραμματεία του Μονομελούς Πρωτοδικείου του τόπου που είναι αρμόδιο για την εκδίκαση της υπόθεσης για την οποία έλαβε χώρα η διαμεσολάβηση. Κατά την κατάθεση υποβάλλεται παράβολο ποσού πενήντα (50) ευρώ, το ύψος του οποίου μπορεί να αναπροσαρμόζεται με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων. Η δαπάνη για το παράβολο βαρύνει τον καταθέτη, εκτός αν τα μέρη συμφωνήσουν διαφορετικά.
Από την κατάθεση στη γραμματεία του Μονομελούς Πρωτοδικείου, το πρακτικό διαμεσολάβησης, εφόσον περιέχει συμφωνία των μερών για ύπαρξη αξίωσης που μπορεί να εκτελεστεί αναγκαστικά.
Υποχρέωση ενημέρωσης από τον δικηγόρο.
Πριν από την προσφυγή στο δικαστήριο, ο πληρεξούσιος δικηγόρος οφείλει να ενημερώσει τον εντολέα του εγγράφως, για τη δυνατότητα απόπειρας διαμεσολαβητικής διευθέτησης της διαφοράς, εφόσον πληρούνται οι προϋποθέσεις προσφυγής σε διαμεσολάβηση, καθώς και για την τυχόν υποχρεωτική υπαγωγή της διαφοράς ή μέρους αυτής στη διαδικασία της διαμεσολάβησης επί ποινή απαραδέκτου της συζήτησης του ενδίκου βοηθήματος.
Αμοιβή διαμεσολαβητή
Η αμοιβή του διαμεσολαβητή ορίζεται ελεύθερα με γραπτή συμφωνία των μερών.
Εάν δεν υπάρχει γραπτή συμφωνία, η αμοιβή ορίζεται ως εξής:
α) Για απασχόληση έως δύο (2) ωρών η ελάχιστη αμοιβή ορίζεται στα εκατόν εβδομήντα (170) ευρώ,
β) Για απασχόληση από δύο (2) ώρες και πάνω η ελάχιστη ωριαία αμοιβή ορίζεται στα εκατό (100) ευρώ.
Τα ποσά των περιπτώσεων α΄ και β΄ μπορούν να αναπροσαρμόζονται με απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων.
Αν η διαφορά αφορά διατροφή, ο υπόχρεος της διατροφής καταβάλλει στον διαμεσολαβητή ελάχιστη αμοιβή ποσού εκατόν εβδομήντα (170) ευρώ. Τυχόν επιπλέον αμοιβή καταβάλλεται με ελεύθερη συμφωνία των μερών.
Στις μικροδιαφορές και στις ειδικές διαδικασίες ΚΠολΔ η ελάχιστη αμοιβή του διαμεσολαβητή ορίζεται στο ποσό των πενήντα (50) ευρώ. Ο διαμεσολαβητής οφείλει να παρέχει στα μέρη πλήρη ενημέρωση για τον τρόπο αμοιβής του.
ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΙΣΜΟΙ ΣΧΕΤΙΚΑ ΜΕ ΤΟΝ ΥΠΟΧΡΕΩΤΙΚΟ ΧΑΡΑΚΤΗΡΑ ΤΗΣ ΔΙΑΜΕΣΟΛΑΒΗΣΗΣ, ΟΠΟΥ ΑΥΤΟΣ ΠΡΟΒΛΕΠΕΤΑΙ
Ο θεσμός της υποχρεωτικής διαμεσολάβησης εισήχθη από την Κυβέρνηση ως ένα μέσο-σύμφωνα με τους ισχυρισμούς της- για να «ελαφρύνουν» τα δικαστήρια από την υπερπληθώρα των υποθέσεων που καταλήγουν σε αυτά. Μάλιστα, ο Υπουργός Δικαιοσύνης, κος Κοντονής, υπεραμύνθηκε της υποχρεωτικότητας, ερχόμενος σε ευθεία ρήξη με την πλειοψηφία του νομικού κόσμου, δικηγόρους και δικαστές.
Η Ολομέλεια των Δικηγορικών Συλλόγων Ελλάδος και η Ένωση Δικαστών και Εισαγγελέων εξέφρασαν τους σοβαρούς προβληματισμούς τους σχετικά με την θέσπιση υποχρεωτικής προσφυγής στην διαμεσολάβηση. Συγκεκριμένα, έγινε λόγος για «ιδιωτικοποίηση» της Δικαιοσύνης, καθώς την διαμεσολάβηση θα πραγματοποιούν ιδιώτες διαμεσολαβητές, οι οποίοι δεν είναι υποχρεωτικό να είναι Δικηγόροι, αν και οι τελευταίοι κατέχουν την απαιτούμενη γνώση του Νόμου, ενώ και το πρακτικό της διαμεσολάβησης δεν θα ελέγχεται από τον ανεξάρτητο λειτουργό της Δικαιοσύνης, δηλαδή τον Δικαστή, ο οποίος φέρει εχέγγυα συνταγματικά κατοχυρωμένης ανεξαρτησίας.
Επιπροσθέτως, επιβαρύνεται ο πολίτης με έξοδα για την ολοκλήρωση της υποχρεωτικής προδικασίας της διαμεσολάβησης, ενώ θα μπορούσαν να επέρχονται τα ίδια αποτελέσματα –ανέξοδα για τον πολίτη- εάν αυτή πραγματοποιούνταν από τους Δικαστές.
Ο θεσμός της διαμεσολάβησης υπάρχει εξάλλου από το έτος 2010 με το βασικό Νόμο 3898/2010, που έχει ψηφιστεί και με το Π.Δ. 123/2011 που εκδόθηκε κατ’ εξουσιοδότησή του και αφορά στην σύσταση και λειτουργία των φορέων πιστοποίησης διαμεσολαβητών. Ωστόσο, η ελληνική κοινωνία αποδείχθηκε περίτρανα ότι ούτε παραδέχθηκε ούτε «εισέπραξε» την χρησιμότητα του θεσμού, καθώς οι υποθέσεις οι οποίες λύθηκαν με διαμεσολάβηση όλα αυτά τα χρόνια ήταν ελάχιστες.
Περαιτέρω, η θέσπιση υποχρεωτικότητας δεν αποτελούσε επιταγή των «Θεσμών», όπως διατεινόταν ο Υπουργός Δικαιοσύνης, κος Κοντονής, αλλά ήταν απαίτηση μόνο η πρόβλεψη ενός τέτοιου «μηχανισμού» εξωδικαστικής επίλυσης των διαφορών, στον οποίο τα μέρη θα προσφεύγουν οικειοθελώς. Αξίζει δε να αναφερθεί ότι, σε Ευρωπαϊκό επίπεδο, μόνο η Ιταλία έχει θεσπίσει υποχρεωτικό χαρακτήρα στον θεσμό της διαμεσολάβησης.
Όλα τα παραπάνω, δημιουργούν, λοιπόν, εύλογους φόβους για την δημιουργία ενός θεσμού «παράλληλης» ιδιωτικής δικαιοσύνης. Κατά τον ίδιο χρόνο μάλιστα που παρακωλύεται όλο και περισσότερο η εύρυθμη λειτουργία των Δικαστηρίων, λόγω έλλειψης δικαστικών λειτουργών, δικαστικών υπαλλήλων, υλικοτεχνικής υποδομής, μηχανοργάνωσης και ψηφιακής αναβάθμισης.
Η Πρόεδρος του Δικηγορικού Συλλόγου Άμφισσας
Σταυρούλα Νικ.Πήττα

Σχόλια Αναγνωστών
Τα σχόλια είναι κλειστά για αυτό το άρθρο