Υπερτοπικό Μέσο Ενημέρωσης Της Φωκίδας

Παρασκευή, 28 Αυγούστου 2026

ΚΑΛΑΒΡΙΑ- Η καρδιά της μεγάλης Ελλάδας

Κατά τα τέλη του 8ου π.Χ. αιώνα έλληνες από διάφορα μέρη της Ελλάδας εγκαταστάθηκαν ως άποικοι στα ανατολικά παράλια της Κάτω Ιταλίας και της Σικελίας που ονομάστηκαν «ΜΕΓΑΛΗ ΕΛΛΑΔΑ».
Στην Καλαβρία ιδρύθηκαν και ήκμασαν σημαντικές ελληνικές αποικίες, όπως το Ρήγιο από Χαλκιδείς το 715 π.Χ. το οποίο αργότερα κατέκτησαν Μεσσήνιοι πρόσφυγες. Οι Λοκροί ιδρύθηκαν από Δωριείς της δυτικής Λοκρίδας (Άμφισσα) το 673 π.Χ. και πήραν την προσωνυμία Επιζεφύριοι – από το ακρωτήριο «Ζεφύριο». Άλλες πόλεις ήταν ο Τάραντος, η Ηράκλεια, το Μεταπόντιο (από Κρισσαίους αποίκους), το Ρήγιο, η Ιμέρα, η Κατάνη, ο Ακράγαντας και άλλες.
Οι πόλεις Κρότων και Σύβαρις από τα πιο πλούσια κράτη της Ιταλίας ιδρύθηκαν από μετανάστες Αχαιούς τον 8ο π.Χ. αιώνα και έπαιξαν σημαντικό πολιτιστικό και εμπορικό ρόλο στην ευρύτερη περιοχή.
Στον Κρότωνα εγκαταστάθηκε και ίδρυσε τη σχολή του ο Πυθαγόρας. Παντρεύτηκε τη Θεανώ κι εκεί πέθανε κατά την υποκινηθείσα εισβολή των Συβαρείων από τον απορριφθέντα μαθητή του Κύλωνα. Ο Πυθαγόρας και 38 μαθητές του κάηκαν ζωντανοί όταν ο Κύλων πυρπόλησε το σπίτι του Ολυμπιονίκη μαθητή του Μίλωνα όπου είχαν καταφύγει. Επέζησαν μόνο δύο, ο Αρχύτας (από την Άμφισσα) και ο Λύσης που αργότερα έγινε δάσκαλος του Επαμεινώνδα.
Από τον 6ο μ.Χ. αιώνα εγκαταστάθηκαν στην περιοχή Βυζαντινοί στρατιωτικοί και πολιτικοί υπάλληλοι καθώς και ο στρατηγός του αυτοκράτορα Ιουστινιανού, ΒΕΛΙΣΑΡΙΟΣ το 535 μ.Χ. αποβιβάστηκε στη Σικελία και απελευθέρωσε το νησί και την Καλαβρία από τους Γότθους. Αργότερα επικάθησαν στην Καλαβρία Έλληνες της Καρχηδόνας, μετά την κατάληψη της Αφρικής από τους Άραβες. Μετά την κατάληψη του νησιού από του Άραβες το 823 μ.Χ. Έλληνες της Σικελίας και εικονολάτρες από τις Ανατολικές Βυζαντινές επαρχίες κατά την εικονομαχία (726-843 μ.Χ.), ίδρυσαν ερημητήρια και μοναστήρια σε όλη την περιοχή. Η Καλαβρία υπήρξε για τους Βυζαντινούς ένα σημαντικό οχυρό προς τη Δύση για την αναχαίτιση των βαρβάρων. Η ακμή της τοποθετείται τον 9ο έως τον 11ο αιώνα μ.Χ. οπότε κατακτήθηκε από τους Νορμανδούς. Έγινε Δουκάτο και εκδιώχθηκαν οι Βυζαντινοί. Τον 12ο αιώνα έληξε η Βυζαντινή κυριαρχία στην Κάτω Ιταλία και παρά τις ξένες κυριαρχίες, οι κάτοικοι διατήρησαν την ελληνικότητά τους, τη γλώσσα και τον πολιτισμό τους. Οι μεταναστεύσεις πληθυσμών στην Κάτω Ιταλία συνεχίστηκαν και μετά την άλωση της Κωνσταντινουπόλεως το 1453.
Η ελληνόφωνη περιοχή της Καλαβρίας του 16ου αιώνα μ.Χ. απλωνόταν σε όλη τη νότια Ιταλία. Σήμερα περιορίζεται στην οροσειρά «ΑΣΠΡΟΜΟΝΤΕ» και αποτελείται από τα ελληνόφωνα χωριά Αμεντολέα, Βούα, Γιαλός, Βουνί, Ροχούδι, Γκαλιτσανός, Κονταφούρι, χωριό Βουνί, χωριό Ροχούδι. Οι λιγοστοί κάτοικοι των χωριών, γεωργοί και κτηνοτρόφοι στην πλειονότητά τους, διατηρούν τη Γκεκάνικη γλώσσα, ήθη και έθιμα από την παράδοση που κληρονόμησαν και κυρίως τη μουσική και τα τραγούδια αιώνων που σμιλεύτηκαν στη συνείδησή τους. Δηλώνουν Έλληνες, είναι υπερήφανοι για την καταγωγή τους, ορθώνουν το ανάστημά τους μέσα στα βουβά σοκάκια της απομόνωσης και ανάβουν κεριά για να υποδηλώσουν την ελληνικότητά τους. Είναι η τρανταχτή και μοναδική πια απόδειξη πως εκεί χτυπά ακόμα μια καρδιά Ελληνική. Λέξεις και φράσεις Γκεκάνικες που μοιάζουν να ξεπετάγονται από τους στίχους της Ιλιάδος και της Οδύσσειας. Σε τούτα τα μέρη από τον μικρότερο ως τον γηροντότερο, οι άνθρωποι μιλούν και τραγουδούν τη Γκρεκάνικη γλώσσα, προσπαθώντας να μείνουν συνδεδεμένες αιώνια με την Ελληνική καταγωγή τους. Η Ελληνική γλώσσα της Καλαβρίας επιβιώνει αιώνες ολόκληρους στα δύσβατα χωριά του Ασπρομόντε και οι φωνές των ανθρώπων που επιμένουν ελληνικά μοιάζουν να αγωνίζονται για τη διατήρηση της κοινής μας γλώσσας.
Τα Γκρεκάνικα είναι μια αρχαία διάλεκτος με Ιταλικές προσμίξεις. Η διάλεκτος αυτή είναι μετεξέλιξη της αρχαίας Δωρικής διαλέκτου και διατηρεί και Ομηρικές λέξεις. Η γλώσσα ήταν ισχυρή και άντεξε στην Ιταλική και όσες Ιταλικές λέξεις εισχώρησαν σε αυτή φόρεσαν Ελληνικό χιτώνα.
Οι γεροντότεροι κάτοικοι της ελληνόφωνης Καλαβρίας, που χωρίζεται από τη Σικελία με το γνωστό στενό υδάτινο πέρασμα Stretto της Μεσσήνας, μιλούν τα Γκρεκάνικα στην καθημερινότητά τους. Οι μακρινοί αυτοί απόγονοι των πρώτων Ελλήνων μεταναστών αρνούνται να μιλήσουν Ιταλικά και ωθούν τους νέους να διδάσκονται τα Γκρεκάνικα. Μάχονται να διατηρήσουν τη γλώσσα και κρατούν ζωντανή την Ελληνική ταυτότητα.
Ο Γιαλός του Βούο (Βοανα Ματίνα) είναι μια παραλιακή κωμόπολη όπου συνυπάρχουν ΚΕΝΤΡΟ ΕΛΛΗΝΟΦΩΝΩΝ ΣΠΟΥΔΩΝ όπου διδάσκονται οι νέοι τα Γκρεκάνικα και φροντίζουν σαν κερί αναστάσιμο να διατηρούν την πολιτιστική και γλωσσική κληρονομιά. Υπάρχουν ακόμη Λαογραφικός Σύλλογος και σπουδαία βιβλιοθήκη με πολλά Ελληνικά βιβλία.

Χρ. Γκούμας
Ιστορικός

Σχόλια Αναγνωστών

Τα σχόλια είναι κλειστά για αυτό το άρθρο