Οι ισπανικές εκλογές, η διάλυση στερεοτύπων και οι ευρωεκλογές
Τροχιοδεικτικές των τάσεων που θα αντικρίσουμε σε λιγότερο από ένα μήνα στις εκλογές για το ευρωκοινοβούλιο μπορούμε να πούμε ότι είναι σε ικανό βαθμό οι εθνικές εκλογές που πραγματοποιήθηκαν την Κυριακή στην Ισπανία. Μια χώρα, ως γνωστόν, που κι αυτή, όπως κι η Ελλάδα, αντιμετώπισε σοβαρή οικονομική κρίση τα τελευταία χρόνια, αλλά που φαίνεται να ανακάμπτει σε σταθερή πλέον βάση.
Γράφει ο Ηλίας Τσίγκας
Να το ξεκαθαρίσουμε ευθύς-εξ αρχής! Η προσέγγιση που θα πραγματοποιήσουμε στις παρακάτω γραμμές και τα συμπεράσματα που θα εξαχθούν δεν αντιμετωπίζονται από τη σκοπιά της “εσωτερικοποίησης” των διεθνών ειδήσεων, μια τάση που χαρακτηρίζει σε τεράστιο βαθμό τα ελληνικά Μέσα αλλά -ακόμα χειρότερα- τον πολιτικό λόγο των κυρίαρχων ελληνικών κομμάτων και τον μεταξύ τους ανταγωνισμό στην εγχώρια πολιτική κονίστρα. Με άλλα λόγια, δεν θα βαφτίσουμε το PSOE (Ισπανικό Σοσιαλιστικό Κόμμα) ΚΙΝ.ΑΛ. ούτε τους Podemos ΣΥΡΙΖΑ, το Vox (ελληνιστί: Φωνή) ΑΝΕΛ ή ΛΑΟΣ και το PP (Partido Publico=Λαϊκό Κόμμα) ΝΔ, ώστε να βγάλουμε νικητές και ηττημένους στην Ελλάδα από τις επιλογές των Ισπανών ψηφοφόρων, όπως με απόλυτο ιδεολογικό επαρχιωτισμό και πολιτικό τυχοδιωκτισμό αντάμα έσπευσαν να πράξουν όλα ανεξαιρέτως τα κόμματα του ελληνικού κοινοβουλίου. Όλα αυτά μακριά από εμάς! Ώρα να γίνουμε πιο συγκεκριμένοι.
Στερεότυπο πρώτο: “Η αποχή από την εκλογική διαδικασία σε πανευρωπαϊκό επίπεδο έχει καταστεί περίπου ενδημική και ο κόσμος πια δεν ενδιαφέρεται για την πολιτική”. Αυτό που καταγράφηκε στην εκλογική αναμέτρηση της Ισπανίας είναι συμμετοχή στο εντυπωσιακό ποσοστό του 75,8%, αυξημένη κατά 6% εν συγκρίσει προς τις τελευταίες εκλογές του 2016. Δεν θυμήθηκαν ξαφνικά οι Ισπανοί πολίτες πως έχουν το δικαίωμα του εκλέγειν ούτε βοήθησαν οι καλές καιρικές συνθήκες, προφανώς. Ο λόγος που οι Ισπανοί κινητοποιήθηκαν είναι η επαναπολιτικοποίηση των σοβαρών αντικειμενικών (οικονομία, ανεργία, ακροδεξιά) κι υποκειμενικών (αυτονομιστικές τάσεις των Καταλανών) προβλημάτων που αντιμετωπίζουν και η κατανόηση πως η επίλυσή τους δεν θα προέλθει από τον εξοβελισμό τους από την ατζέντα του δημόσιου λόγου, που επιχειρεί ο νεοφιλελευθερισμός, ούτε από την ανάθεσή τους σε τεχνοκράτες έξω από το πλαίσιο της πολιτικής και της σύγκρουσης συμφερόντων μεταξύ των κοινωνικών ομάδων, κάτι δηλαδή που αποτελεί και την πεμπτουσία της πολιτικής διαδικασίας.
Στερεότυπο δεύτερο: “Η άκρα δεξιά επελαύνει σε όλη την Ευρώπη”. Σε πρώτο (αλλά και επιφανειακό) επίπεδο το συμπέρασμα αυτό με βάση την εμπειρία της Κυριακής στη χώρα της Ιβηρικής στοιχειοθετείται με το ότι το ακροδεξιό (αλλά όχι εξτρεμιστικό) Vox εισήλθε στη Βουλή με ποσοστό 10,3%, όντας η πρώτη φορά που η ακροδεξιά βρίσκει κοινοβουλευτική εκπροσώπηση μετά την εποχή του δικτάτορα Φράνκο. Μπορεί το ποσοστό να ερμηνεύεται (και να είναι, πράγματι) ως μη αμελητέο, εν τούτοις το Vox θα μείνει στο περιθώριο των εξελίξεων, καθώς από τη μία δεν θα έχει συμμετοχή στην κυβέρνηση, ενώ από την άλλη το συνολικό αποτέλεσμα των εκλογών (νίκη των Σοσιαλιστών-καταποντισμός του δεξιού Λαϊκού Κόμματος) ερμηνεύεται από τους εγκυρότερους αναλυτές ως κινητοποίηση για την αποτροπή μιας κυβέρνησης συμμαχίας δεξιάς-ακροδεξιάς.
Μπορεί στην Ευρώπη ορισμένα ακροδεξιά-ευρωσκεπτικιστικά κόμματα να σημειώσουν ιδιαίτερα αξιόλογες εκλογικές επιδόσεις (Μαρί Λεπέν, Σαλβίνι, Όρμπαν), μπορεί συνολικά η ακροδεξιά να καταγράψει αύξηση των ποσοστών της, αλλού περισσότερο κι αλλού λιγότερο, λόγω του μεταναστευτικού και του προσφυγικού δευτερευόντως, εν τούτοις κανένας “εκλογικός σεισμός” υπέρ της δεν θα συνταράξει την Ευρώπη σε ένα μήνα. Ούτε η άνοδος της ακροδεξιάς είναι το διακύβευμα των προσεχών ευρωεκλογών. Αυτό ήταν και παραμένει η εμβάθυνση των δημοκρατικών διαδικασιών στο ευρωπαϊκό οικοδόμημα και η πορεία της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης. Η δε απουσία των τελευταίων είναι άλλωστε τα στοιχεία που πρωτίστως πριμοδοτούν την ακροδεξιά, πιο πολύ από το προσφυγικό ζήτημα και τα κλειστά ή ανοικτά σύνορα.
Στερεότυπο τρίτο: “Ζούμε συνθήκες μεσοπολέμου. Η δημοκρατία φθίνει, ο λαϊκισμός κυριαρχεί και η άκρα δεξιά γιγαντώνεται από την κρίση”. Ευτυχώς, δεν ζούμε συνθήκες Βαϊμάρης. Στην Ισπανία, την Πορτογαλία και την Ιρλανδία, χώρες που επλήγησαν από την κρίση, η ακροδεξιά δεν σημείωσε και δεν σημειώνει μεγάλη άνοδο και βέβαια σε καμιά περίπτωση τέτοια που να προκαλεί (τουλάχιστον ακόμα) την ανησυχία που σπεύδουν ασμένως να εκφράσουν τα κυρίαρχα Μέσα (άραγε, γιατί;;). Η άνοδος φασιστικών κομμάτων την εποχή του μεσοπολέμου εδράστηκε οπωσδήποτε στις συνέπειες της διάχυσης του αμερικάνικου “κραχ” του 29 σε όλη την Ευρώπη – όπως, άλλωστε από την άλλη πλευρά κι η άνθιση των «Λαϊκών Μετώπων, με χαρακτηριστικό παράδειγμα τον Λέον Μπλουμ στη Γαλλία)- αλλά ο εθνικιστικός τους χαρακτήρας βασίστηκε στον αναθεωρητισμό χωρών όπως η Γερμανία (κυρίως) και η Ιταλία από τις συνθήκες που συνόδευσαν το τέλος της πρώτης φάσης του Παγκόσμιου πολέμου.
Επιπλέον, τα σύγχρονα ακροδεξιά κόμματα έχουν κυριότατα μετα-υλιστικές αναφορές κι όχι υλιστικές, διαπίστωση από την οποία δεν αποτελεί εξαίρεση και το ισπανικό Vox. Δεν είναι δηλαδή η ανεργία κι η οικονομική καχεξία που αποτελούν την κορωνίδα της ρητορικής τους, αλλά έννοιες πέραν του υλικού, όπως η φυλετική καθαρότητα, η μετανάστευση και οι συνέπειες του προσφυγικού και βέβαια η καταφυγή στο φαντασιακό του έθνους-κράτους ως απάντηση στην παγκοσμιοποίηση. Η μόνη χώρα στην οποία η οικονομική κρίση συνδυάστηκε με την εμφάνιση όχι απλά ακροδεξιού αλλά (βαριά) εξτρεμιστικού κόμματος ήταν η Ελλάδα (και το Jobbik στην Ουγγαρία, αλλά για άλλους λόγους) , όπου όμως στη ρητορική της Χρυσής Αυγής κυριαρχεί ο μετα-υλισμός, το μίσος προς τους ξένους, “οι οποίοι μας πήραν τις δουλειές και αλλοίωσαν το dna μας”, καθώς και ο λαϊκιστικός μανιχαϊσμός των “ντόπιων προδοτών” που στρέφονται εναντίον του “αμόλυντου και αγνού” λαού, πάντα στην αφήγηση της αντι-παγκοσμιοποίησης.
Τέλος, ο λαϊκισμός είναι μεγάλο θέμα και για αυτό το ζήτημα κάνουμε μια πρώτη αναφορά σε άλλο σημείο στη σημερινή μας έκδοσης. Εν προκειμένω, σημειώνουμε ότι ο ακροδεξιός λαϊκισμός λειτουργεί στη βάση του αποκλεισμού τού οτιδήποτε δεν εγγυάται και δεν αντανακλά την “εθνική ή τη φυλετική καθαρότητα”. Αντίθετα, ο αριστερόστροφος λαϊκισμός, που βέβαια συνιστά σε κάθε περίπτωση πρόβλημα για την υγιή δημοκρατία, είναι ο αποκαλούμενος “συμπεριληπτικός λαϊκισμός”, που μάχεται για δικαιώματα πάσης φύσεως μεινοτήτων και μειονεκτουσών ομάδων, κάτι που βέβαια όχι μόνο δεν αναπαράγει συνθήκες Βαϊμάρης (πογκρόμ εναντίον Εβραίων, Ρομά, ομοφυλοφίλων κλπ) αλλά τουναντίον μάχεται υπέρ της αναγνώρισης κι απόδοσης δικαιωμάτων σε αυτές τις κατηγορίες πληθυσμού (δικαιωματισμός).
Στερεότυπο τέταρτο: “Η διάκριση μεταξύ αριστεράς και δεξιάς έχει πεθάνει”. Το αναφέραμε και πιο πριν. Οι εκλογές της Κυριακής στην Ισπανία ήταν βαθιά πολιτικές. Το δίπολο αριστερά-δεξιά, η αλλιώς σοσιαλιστές εναντίον συντηρητικών, ήταν το κυρίαρχο. Το αποδεικνύει, άλλωστε, το κεντρικό προεκλογικό σύνθημα του νικητή των εκλογών Πέδρο Σάντσεθ, ηγέτη του ισπανικού σοσιαλιστικού κόμματος: non-passaran.
Και δεν ήταν βαθιά πολιτικές επειδή κέρδισε στην προκειμένη περίπτωση το σοσιαλιστικό κόμμα, αλλά γιατί όλη η προεκλογική καμπάνια βασίσθηκε πάνω σε αυτή τη διάκριση. Με τους Σοσιαλιστές να επιδιώκουν αποτροπή κυβέρνησης δεξιάς-ακροδεξιάς και τον Πρόεδρο του Λαϊκού Κόμματος Πάμπλο Κασάδο να έλκει το κόμμα του πέραν της δεξιάς σε μια προσπάθεια αντιμετώπισης των ακροδεξιών του Vox. Επιλογή ατελέσφορη, όπως αποδείχθηκε (μεταξύ πολλών άλλων περιπτώσεων ) και στην Ελλάδα, κρίνοντας από τη στάση Σαμαρά στο ζήτημα της Χρυσής Αυγής επί πρωθυπουργίας του.

Σχόλια Αναγνωστών
Τα σχόλια είναι κλειστά για αυτό το άρθρο