Βήματα προόδου στην ανταγωνιστικότητα για την Περιφέρεια Στερεάς
Από παραπροτελευταία στην 6η θέση των ελληνικών περιφερειών με βάση τον άρτι δημοσιευθέντα πανευρωπαϊκό δείκτη περιφερειακής ανταγωνιστικότητας για το 2019
Εν Δελφοίς, Έντυπη Έκδοση, 6 Δεκεμβρίου
Διαβάστε σχετικά ΕΔΩ
Αν και τα αποτελέσματα για τη χώρα συνολικά είναι αρκούντως απογοητευτικά, εν τούτοις η πρωτιά στην αποροφητικότητα των προγραμμάτων ΕΣΠΑ είναι εκείνη που τονώνει την ανταγωνιστικότητα της Περιφέρειας. Τα βήματα προς τα μπρός, μάλιστα, που καταγράφει η έρευνα λαμβάνουν χώρα τη στιγμή που η Στερεά είναι η μόνη περιφέρεια που δεν διαθέτει πανεπιστήμιο, πραγματικότητα, βέβαια, που αποτελεί ένα ακόμα εξαιρετικό επιχείρημα-όπλο στις σχετικές διεκδικήσεις που σχεδιάζει συνολικά το περιφερειακό συμβούλιο
Του Ηλία Τσίγκα
Σημαντικά βήματα προόδου στην ανταγωνιστικότητα καταγράφει την τελευταία τριετία η Περιφέρεια Στερεάς Ελλάδας, χωρίς όμως αυτό να σημαίνει πως η κατάσταση είναι κι η ιδεατή. Αυτό είναι το συμπέρασμα που προκύπτει από τον δείκτη περιφερειακής ανταγωνιστικότητας (RCI) 2019 που δημοσίευσε η Ευρωπαϊκή Επιτροπή πριν από λίγες εβδομάδες. Ο εν λόγω δείκτης επιτρέπει στις περιφέρειες να παρακολουθούν και να αξιολογούν την εξέλιξή τους σε βάθος χρόνου και σε σύγκριση με άλλες περιφέρειες, έχοντας ένα ακόμα επιστημονικό εργαλείο στη διάθεσή τους.
Ο δείκτης περιφερειακής ανταγωνιστικότητας (RCI) δημοσιεύεται ανά τριετία και στηρίζεται στην προσέγγιση του δείκτη παγκόσμιας ανταγωνιστικότητας του Παγκόσμιου Οικονομικού Φόρουμ. Αποτελείται από 11 πυλώνες/κριτήρια που περιγράφουν τις διαφορετικές πτυχές της ανταγωνιστικότητας και μέσω αυτών αξιολογεί τα πλεονεκτήματα και τα μειονεκτήματα μιας περιφέρειας. Η αξιολόγηση βασίζεται σε τρεις ομάδες.
Η πρώτη ομάδα περιλαμβάνει κριτήρια όπως οι θεσμοί, η μακροοικονομική σταθερότητα, οι υποδομές, η υγεία και η πρωτοβάθμια και δευτεροβάθμια εκπαίδευση. Καθώς η περιφερειακή οικονομία αναπτύσσεται και σημειώνει πρόοδο όσον αφορά την ανταγωνιστικότητά της, οι παράγοντες που συνδέονται με πιο ειδικευμένο εργατικό δυναμικό και μια αποδοτικότερη αγορά εργασίας προστίθενται στο πλαίσιο της αξιολόγησης και συγκεκριμένα στην ομάδα που μετράει την αποδοτικότητα, η οποία περιλαμβάνει κριτήρια για την τριτοβάθμια εκπαίδευση, την κατάρτιση και τη διά βίου μάθηση, την αποδοτικότητα της αγοράς εργασίας και το μέγεθος της αγοράς.
Στο πλέον προηγμένο στάδιο της ανάπτυξης της περιφερειακής οικονομίας, οι μοχλοί για τη βελτίωση της καινοτομίας είναι τα κριτήρια για την τρίτη ομάδα, αυτή της καινοτομίας, η οποία αποτελείται από τρεις πυλώνες, δηλαδή την τεχνολογική ετοιμότητα, την εξειδίκευση επιχειρήσεων και την καινοτομία.
Πώς διαμορφώνεται, αυτήν τη στιγμή, ο δείκτης στις ελληνικές περιφέρειες; Στην πρώτη θέση βρίσκεται η Περιφέρεια Αττικής, με τον δείκτη ανταγωνιστικότητας να ανέρχεται στο 44,97% του κοινοτικού μέσου όρου. Ακολουθούν η Περιφέρεια Κεντρικής Μακεδονίας με 20,29%, Κρήτης με 12,93%, Ηπείρου με 12,61%, Θεσσαλίας με 11,16%, Στερεάς Ελλάδας με 10,48%, Ιονίων Νήσων με 10,15%, Πελοποννήσου με 8,84%, Νοτίου Αιγαίου με 7,93%, Δυτικής Ελλάδας με 6,53%, Δυτικής Μακεδονίας με 6,05%, Ανατολικής Μακεδονίας-Θράκης με 5,67% και στην τελευταία θέση της ΕΕ η Περιφέρεια Βορείου Αιγαίου με τον δείκτη ανταγωνιστικότητας να είναι στο 0%…
Η Περιφέρεια Στερεάς Ελλάδας, όντας στην 6η θέση ανάμεσα στις 13 περιφέρειες της χώρας, έχει διαγράψει μια σαφώς ανοδική πορεία την τελευταία τριετία, καθώς στην αντίστοιχη έκθεση που είχε δημοσιευθεί πριν από τρία χρόνια, το 2016, ήταν στην παραπροτελευταία θέση (11η στις 13)! Έκτοτε, αποδεικνύεται πως έχει κάνει σταθερά βήματα προόδου, παρά το γεγονός ότι υστερεί σημαντικά σε σχέση με άλλες ελληνικές περιφέρειες στην καινοτομία, ενώ ταυτόχρονα (και για αυτό το λόγο εν πολλοίς υστερεί καίρια στον τομέα “καινοτομία”) είναι η μόνη ελληνική περιφέρεια που δεν διαθέτει πανεπιστήμιο. Παράμετρος ιδιαίτερα κρίσιμη και καθοριστική, αν ληφθεί υπ όψιν πως τα κριτήρια για την τριτοβάθμια εκπαίδευση είναι, όπως σημειώσαμε πιο πάνω, άκρως καθοριστικά για την ανταγωνιστικότητα και την ανάπτυξη σε ένα διεθνοποιημένο και εξαιρετικά απαιτητικό παγκόσμιο περιβάλλον!
Πραγματικότητα, βέβαια, που συνιστά ένα ακόμα εξαιρετικό επιχείρημα-όπλο ακαδημαϊκής και πολιτικής φύσης στις σχετικές διεκδικήσεις που σχεδιάζει η περιφερειακή Αρχή και συνολικά το περιφερειακό συμβούλιο.
Η αισθητή αυτή βελτίωση της κατάταξης για την Περιφέρεια Στερεάς οφείλεται σε μεγάλο βαθμό στο γεγονός ότι παρουσιάζει την υψηλότερη απορρόφηση στα προγράμματα ΕΣΠΑ σε ποσοστό που ανέρχεται στο 33,96%, και ακολουθεί η Περιφέρεια Νοτίου Αιγίου με ποσοστό 31,39%. Στην τελευταία θέση βρίσκεται η Περιφέρεια Δυτικής Μακεδονίας με ποσοστό που φθάνει το 17,5% περίπου, ενώ στην προτελευταία θέση βρίσκεται η Περιφέρεια Θεσσαλίας με 19,6% περίπου. Πρωτιά που βέβαια δεν επιτρέπει εφησυχασμούς και θριαμβολογίες γιατί τα επίπεδα και η αποτελεσματικότητα στην απορροφητικότητα είναι μικρή σε κάθε περίπτωση, όσο κι αν οι υπόλοιπες περιφέρειες υστερούν περαιτέρω!
Στην πρώτη δεκάδα με την υψηλότερη ανταγωνιστικότητα, είναι τέσσερις περιφέρειες της Μεγάλης Βρετανίας και μία περιφέρεια της Ολλανδίας, της Σουηδίας, της Δανίας, του Λουξεμβούργου, της Γαλλίας και της Γερμανίας. Σύμφωνα με τα στοιχεία της έκθεσης, 47 περιφέρειες σε οκτώ κράτη-μέλη είχαν μελετηθεί και χαρακτηριστεί είτε «περιφέρειες με χαμηλούς ρυθμούς ανάπτυξης», με κατά κεφαλήν ΑΕΠ έως 90% του μέσου όρου της Ε.Ε. αλλά με μακροχρόνια έλλειψη ανάπτυξης, ή «περιφέρειες χαμηλού εισοδήματος», όπου το ΑΕΠ παραμένει χαμηλότερο από το 50% του μέσου όρου της Ε.Ε.
Γενικότερα, και όπως προκύπτει από τα συμπεράσματα της καθ όλα σημαντικής αυτής έρευνας-εργαλείου για όσους χαράσσουν εθνικές και περιφερειακές πολιτικές, καμία ελληνική περιφέρεια δεν πλησιάζει καν το 50% του κοινοτικού μέσου όρου, πλην εκείνης της Αττικής (44,97%), με τη δεύτερη, εκείνη της Κεντρικής Μακεδονίας να βρίσκεται στο 20,29% του κοινοτικού μέσου όρου. Στοιχείο, που για μια φορά ακόμα, αποδεικνύει σε όλο του το μεγαλείο μια από τις πλέον σημαντικές ανασταλτικές παραμέτρους για την ανάπτυξη της χώρας, τον πάγιο κι ενδημικό υδροκεφαλισμό του ελληνικού κράτους.
Τον υψηλότερο περιφερειακό δείκτη κατέχει η Στοκχόλμη της Σουηδίας (100%) και ακολουθούν το Λονδίνο (εσωτερικές δυτικές και ανατολικές περιφέρειες, εξωτερικές ανατολικές, β/α, νότιες και δυτικές, Bedfordshire /Hertfordshire και Essex), με την Ουτρέχτη στην Ολλανδία.

Σχόλια Αναγνωστών
Τα σχόλια είναι κλειστά για αυτό το άρθρο