Δασικοί χάρτες και αποκοπή από τους πατρογονικούς δεσμούς…
Γράφει ο Ηλίας Τσίγκας
Ένα ιδιαίτερα οξύ ζήτημα που αφορά αρκετούς κατοίκους της Δωρίδας, μόνιμους και μη, έφερε στο προσκήνιο στην τελευταία συνεδρίαση του δημοτικού συμβουλίου ο Γιώργος Καπεντζώνης. Ένα θέμα που δεν θα κυριαρχήσει στα πρωτοσέλιδα των εφημερίδων καθότι δεν είναι αρκούντως “σέξι”, δηλαδή δεν έχει τα στοιχεία των διαπροσωπικών συγκρούσεων και της ίντριγκας που συνήθως τραβούν τα βλέμματα της κοινής γνώμης, αποκαλύπτει όμως και φανερώνει τμήμα εκείνο των παράλληλων διεργασιών στο κοινωνικό υπόστρωμα που ανεπαίσθητα αλλά σταθερά μεταβάλλουν τη σύνθεση και το χαρακτήρα της ελληνικής κοινωνίας της υπαίθρου. Ή καλύτερα, όπως συμβαίνει στην προκειμένη περίπτωση, επιστεγάζουν τις μεταβολές που στην πορεία του χρόνου έχουν λάβει χώρα τα προηγούμενα χρόνια και της περασμένης λίγες δεκαετίες.
Η αφορμή για τις παρατηρήσεις αυτές και για το ανά χείρας κείμενο δόθηκε από την πρόσφατη ανάρτηση των δασικών χαρτών για τη Φωκίδα. Ο Δήμαρχος έκανε λόγο για πολλές διαμαρτυρίες ιδιοκτητών αγροτεμαχίων στη Δωρίδα, τα οποία έχουν καταγραφεί ως δασικά, και οι οποίοι κάτοικοι έχουν ζητήσει τη βοήθεια του Δήμου. “Δεν ξέρω κατά πόσο μπορεί να αναλάβει ο Δήμος μόνος του το οικονομικό βάρος των προσφυγών. Ίσως πρέπει να το δούμε από κοινού με τους άλλους δήμους”, ανέφερε ο επικεφαλής της δημοτικής Αρχής.
“Πρόκειται για κτήματα εκτός των οικισμών που ήταν αγροί και χωράφια, όμως στη συνέχεια δασώθηκαν. Προτείνω να εξετάσουμε ως Δήμος την περίπτωση μιας συνολικής ένστασης όλων των ενδιαφερομένων”, τόνισε από την πλευρά του ο Τάσος Φλώρος. Βέβαια, από όσο γνωρίζουμε τέτοια διαδικασία από πλευράς δήμων η κείμενη νομοθεσία δεν το επιτρέπει και υποδεικνύει τη διαδικασία υποβολής ενστάσεων επί των δασικών χαρτών που είναι σε εξέλιξη. Κατά πάσα βεβαιότητα ανάλογα ζητήματα έχουν προκύψει και σε πάρα πολλούς άλλους δήμους της ελληνικής περιφέρειας και προφανώς δεν είναι ζήτημα που αφορά κατ αποκλειστικότητα στη Δωρίδα. Ωστόσο, το πραγματολογικό μέρος του κειμένου τελειώνει προς το παρόν κάπου εδώ.
Το σίγουρο όμως είναι ότι το ζήτημα αυτό συνιστά μια πολύ σοβαρή υπόθεση, όχι απλά πολιτική ή νομική, αλλά ευρύτερα κοινωνιολογικού τύπου, θα λέγαμε. Κι αυτό γιατί στην ουσία της συναρτάται άμεσα με την εγκατάλειψη της υπαίθρου -και της Δωρίδας, εν προκειμένω σε πολύ μεγαλύτερο αντικειμενικό βαθμό- από κατοίκους και τις επόμενες γενιές αυτών των κατοίκων. Εξέλιξη βέβαια, ηθελημένη ή αναγκαστική, που έχει και συνέπειες σαν αυτή που προαναφέρθηκε και οδηγεί τόσο σε απομείωση ακίνητων περιουσιακών στοιχείων όσο και σε οριστική αποκοπή από τα πατρογονικά εδάφη σε όχι λίγες περιπτώσεις!
Στην πλειοψηφία τους οι θιγόμενοι ιδιοκτήτες των εκτάσεων εκείνων που χαρακτηρίζονταν ως αγροί (Α στην ορολογία και την τυπολογία των δασικών χαρτών) και που τώρα μετέπεσαν στο χαρακτηρισμό Δ (δασικές εκτάσεις, δηλαδή) είναι πρόσωπα που εδώ και χρόνια διαβιούν σε αστικά κέντρα, στην Αθήνα και αλλού ή που έχουν γεννηθεί εκεί από γονείς που είχαν μετακομίσει από τα χωριά τους τις προηγούμενες δεκαετίες της αστικοποίησης και της αστυφιλίας. Ιδιοκτήτες (ίσως όχι πλέον) αγροτικών εκτάσεων που τις δεκαετίες του 50, του 60 και του 70 καλλιεργούνταν από τους προγόνους τους ή χρησιμοποιούνταν ως βοσκοτόπια και που έχουν απομείνει στην κατοχή τους μεταφερόμενες από γενιά σε γενιά και που αποτελούν ένα είδος τελευταίου δεσμού με τα πατρογονικά χώματα. Που όμως συν τω χρόνω έμειναν αναξιοποίητες λόγω της εγκατάλειψης των περιοχών από τους κατοίκους τους και της παρεπόμενης εγκατάλειψης των επαγγελματικών-βιοποριστικών δραστηριοτήτων στον πρωτογενή τομέα και που τώρα έρχεται το κράτος να ασκήσει νόμιμα -και σε αρκετές περιπτώσεις ίσως- εύλογα δικαιώματα.
Από την άλλη, δεν είναι απλό να κατηγορήσει κανείς τους ιδιοκτήτες των εκτάσεων αυτών για εγκατάλειψη και για το ότι τις έχουν παρατημένες, οπότε δίκαια έρχεται η πολιτεία να χαρακτηρίσει τους αγρούς αυτούς ως πλέον δασικές εκτάσεις. Κανείς δεν εγκαταλείπει τον τόπο του και δεν μεταναστεύει ελαφρά τη καρδία. Αντίθετα, φεύγει αναζητώντας καλύτερες συνθήκες δουλειάς και καλύτερους όρους ζωής και κοινωνικής αναπαραγωγής. Σε πολλές περιπτώσεις η κατοχή αγροτεμαχίου εκτός οικιστικού ιστού στα χωριά έχει μηδαμινή αξία για τον ιδιοκτήτη ως περιουσιακό στοιχείο. Ωστόσο, αποτελεί τον τελευταίο δεσμό με την πατρογονική εστία, η οποία πλέον κινδυνεύει να πάψει να υφίσταται.
Δεν πρόκειται, τουλάχιστον στη δική μας θεώρηση, για ευθύνη του κράτους ή του ιδιοκτήτη. Το θέμα οπωσδήποτε είναι πολυσύνθετο. Απλά πρόκειται για μία ένδειξη που επικυρώνει και αυτή από την πλευρά της και στο μέτρο που της αναλογεί την πραγματικότητα αναχωρητισμού που όλοι γνωρίζουμε στην ελληνική περιφέρεια όλα αυτά τα χρόνια.

Σχόλια Αναγνωστών
Τα σχόλια είναι κλειστά για αυτό το άρθρο