Υπερτοπικό Μέσο Ενημέρωσης Της Φωκίδας

Παρασκευή, 28 Αυγούστου 2026

H ευημερία των παιδιών υπό το καθεστώς της κοινής φυσικής επιμέλειας (joint physical custody)

Προγράμματα Ψυχικής Υγείας του Πανεπιστημίου Αιγαίου

Του Ευστράτιου Παπάνη*

Υπάρχει σε μεγάλο βαθμό συναίνεση μεταξύ των ερευνητών, των επαγγελματιών και των νομικών ότι οι ρυθμίσεις κοινής φυσικής επιμέλειας μετά τον γονικό χωρισμό ή το διαζύγιο ωφελούν τα περισσότερα παιδιά, εάν οι γονείς συνεργάζονται και έχουν χαμηλά επίπεδα σύγκρουσης (Amato, 2010; Ha¨rko¨nen, Bernardi, & Boertien, 2017).

Ωστόσο, υπάρχει διαφωνία σχετικά με την επίδραση της κοινής φυσικής επιμέλειας των παιδιών, εάν οι γονείς δεν συνεργάζονται ή έχουν συνεχιζόμενες συγκρούσεις. Από τη μία πλευρά, οι υποστηρικτές της κοινής φυσικής επιμέλειας θεωρούν ότι η εν λόγω ρύθμιση λειτουργεί πάντα προς το καλύτερο συμφέρον του παιδιού (Kruk, 2012; Warshak, 2014), ακόμα και στην περίπτωση, που οι χωρισμένοι ή διαζευγμένοι γονείς έχουν συνεχιζόμενες συγκρούσεις. Από την άλλη πλευρά, υποστηρίζεται ότι η συνεχιζόμενη γονική σύγκρουση είναι εξαιρετικά επιζήμια για την ευημερία των παιδιών (Emery, 2016; McIntosh, Pruett, & Kelly, 2014; Pruett, McIntosh , & Kelly, 2014), εφόσον τα εκθέτει σε ασυνεπή γονική μέριμνα και μερικές φορές οδηγεί στην  υπονόμευση του ενός γονέα από τον άλλο (Kalmijn, 2016; Vanassche, Sodermans, Matthijs, & Swicegood, 2013).

Αναφορικά με τα πιο πρόσφατα αποτελέσματα των εμπειρικών μελετών η κοινή φυσική επιμέλεια μετά το γονικό χωρισμό ή το διαζύγιο έχει ουδέτερη έως θετική επίδραση στην ευημερία των παιδιών.

Αρκετές μελέτες, οι οποίες εστίασαν στην ψυχική υγεία ως μέτρο της ευημερίας του παιδιού, έδειξαν ότι τα παιδιά σε πυρηνικές οικογένειες  παρουσίασαν χαμηλότερους δείκτες  σε σχέση με τα παιδιά  χωρισμένων ή διαζευγμένων γονέων, αλλά ότι τα παιδιά σε ρυθμίσεις κοινής φυσικής επιμέλειας παρουσίασαν χαμηλότερους δείκτες σε σχέση με τα παιδιά σε ρυθμίσεις αποκλειστικής επιμέλειας (Bergstro¨m, Fransson, Hjern, Ko¨hler, & Wallby, 2014; Bergstro¨m, Fransson, Wells, Ko¨hler, & Hjern, 2018; Bergstro¨m et al., 2015; Fransson, Turunen, Hjern, O¨ stberg, & Bergstro¨m, 2016; Hagquist, 2016; Jablonska & Lindberg, 2007; Nilsen , Breivik, Wold, & Bøe, 2017).

Σύμφωνα με μια άλλη σουηδική μελέτη (ULF) διαπιστώθηκε μια σημαντικά χαμηλότερη πιθανότητα υποκειμενικού στρες στα παιδιά που ζουν σε ρυθμίσεις κοινής φυσικής επιμέλειας σε σύγκριση με τα παιδιά που ζουν υπό την αποκλειστική επιμέλεια (Turunen, 2016). Επιπλέον, οι Bjarnason & Arnarsson (2011) και Bjarnason et al. (2012) διαπίστωσαν ότι τα παιδιά σε ρυθμίσεις κοινής φυσικής επιμέλειας έχουν ίσα ή λιγότερα προβλήματα στην επικοινωνία με τους γονείς τους, καθώς και ίσα ή υψηλότερα επίπεδα ικανοποίησης από τη ζωή σε σχέση με τα παιδιά από μονογονεϊκές οικογένειες.

Άλλες σουηδικές μελέτες, οι οποίες εστίασαν στην επικίνδυνη συμπεριφορά (αλκοόλ, παράνομες ουσίες, κάπνισμα) κατέληξαν στο συμπέρασμα ότι οι έφηβοι που ζούσαν υπό το καθεστώς της κοινής φυσικής επιμέλειας δεν είχαν ή είχαν ελαφρώς υψηλότερα ποσοστά επικίνδυνης συμπεριφοράς σε σύγκριση με τους εφήβους από πυρηνικές οικογένειες, αλλά σημαντικά χαμηλότερα ποσοστά από εκείνους που προέρχονταν από μονογονεϊκές οικογένειες (Carlsund, Eriksson, Lo¨fstedt, & Sellstro¨m, 2013; Jablonska & Lindberg, 2007).

Σύμφωνα με την μετα – ανάλυση του Bauserman, (2012), τα παιδιά υπό το καθεστώς της κοινής επιμέλειας παρουσιάζουν καλύτερη προσαρμογή (γενική προσαρμογή, συναισθηματική προσαρμογή, προσαρμογή συμπεριφοράς, αυτοεκτίμηση, οικογενειακές σχέσεις, ακαδημαϊκές επιδόσεις και προσαρμογή  στο διαζύγιο), σε σχέση με  τα παιδιά υπό το καθεστώς της αποκλειστικής (κυρίως μητρικής) επιμέλειας.

Ο Poortman  (2018) κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η σχέση μεταξύ της επαφής πατέρα-παιδιού και της ευημερίας του παιδιού εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από τη συμμετοχή των πατέρων στην ανατροφή των παιδιών πριν από το χωρισμό.

Γενικότερα, η διαμάχη σχετικά με το κατά πόσο η κοινή φυσική επιμέλεια θεωρείται υπό όλες τις συνθήκες η καλύτερη ρύθμιση επιμέλειας ή όχι, αντικατοπτρίζεται σε αντιφατικά εμπειρικά αποτελέσματα.

Ορισμένες μελέτες αποκάλυψαν καμία ή μόνο μια ελάχιστη  αρνητική επίδραση της σύγκρουσης στην ευημερία των παιδιών σε ρυθμίσεις κοινής  φυσικής επιμέλειας (Spruijt & Duindam, 2009), ενώ άλλες διαπίστωσαν ότι η σύγκρουση αυξάνει την πιθανότητα αρνητικών αποτελεσμάτων για τα παιδιά (Cashmore et al., 2010; McIntosh, 2009; Vanassche et al., 2013).

Όμοια, οι Sobolewski και Amato (2007), οι Kalmijn (2016) και οι Vanassche et al. (2013) έδειξαν ότι τα ενήλικα παιδιά που μεγάλωσαν σε οικογένειες με υψηλή σύγκρουση ή τα παιδιά από διαζευγμένους γονείς  δεν είχαν υψηλότερη ευημερία, όταν είχαν στενές σχέσεις και με τους δύο γονείς, σε σύγκριση με εκείνους που είχαν μόνο θετική σχέση με έναν γονέα.

Αρκετές άλλες μελέτες επιβεβαίωσαν ότι δεν είναι ο συνολικός χρόνος που αφιερώνεται με το παιδί, ο οποίος σχετίζεται με καλύτερα αποτελέσματα, αλλά η ποιότητα της γονικής μέριμνας (Hagquist, 2016; Sandler, Wheeler, & Braver, 2013; Spruijt, de Goede, & Vandervalk, 2004).

Η ηλικία του παιδιού αποτελεί ακόμη ένα αμφιλεγόμενο ζήτημα αναφορικά με την επιλογή της λιγότερο επιζήμιας ρύθμισης της επιμέλειας. Οι υποστηρικτές της κοινής φυσικής επιμέλειας διατείνονται ότι η προσκόλληση του βρέφους – πατέρα είναι εξίσου σημαντική για το παιδί, όπως και η προσκόλληση βρέφους-μητέρας. Έτσι, τονίζουν την υψηλή σημασία της συνέχειας και στις δύο σχέσεις για την κοινωνική, συναισθηματική, προσωπική και γνωστική ανάπτυξη του παιδιού (Kelly & Lamb, 2000; Kruk, 2005; Warshak, 2014; McIntosh, Smyth, & Kelaher, 2015).

Από την άλλη πλευρά, άλλες έρευνες αποκάλυψαν ότι οι συχνές διανυκτερεύσεις πολύ μικρών παιδιών σε δύο σπίτια σχετίζονται με ανασφάλεια προσκόλλησης και λιγότερο ρυθμισμένες συμπεριφορές (McIntosh, Smyth, & Kelaher, 2013; Tornello et al., 2013).

Ο καλύτερος κύκλος φροντίδας, ανάλογα με την ηλικία του παιδιού αποτελεί ένα επιπρόσθετο ζήτημα διαμάχης ανάμεσα στους ειδικούς, εφόσον κάποιοι  υποστηρίζουν ότι είναι πολύ αγχωτικό για τα βρέφη και τα νήπια να εναλλάσσονται μεταξύ δύο σπιτιών (Tornello et al., 2013), ενώ άλλοι θεωρούν ότι ακόμη και τα βρέφη και νήπια μπορούν να ζήσουν σε ρυθμίσεις κοινής φυσικής επιμέλειας (Millar & Kruk, 2014). Συνήθως, τα παιδιά προσχολικής ηλικίας μπορεί να εναλλάσσουν σπίτια κάθε 3-4 ημέρες, στην ηλικία των οκτώ, κάθε 5 έως 7 ημέρες (Kelly & Lamb, 2000), ενώ οι έφηβοι τείνουν να ενοχλούνται από αυτή την εναλλαγή, εφόσον διαταράσσει την  κοινωνική τους ζωή.

Συνολικά, υπάρχουν αρκετές σχεσιακές και διαρθρωτικές συνθήκες που φαίνεται να ευνοούν τις ευεργετικές ρυθμίσεις κοινής φυσικής επιμέλειας (Gilmore, 2006:26), όπως η γεωγραφική εγγύτητα, η ικανότητα των γονέων να συνεργάζονται χωρίς (υψηλή) σύγκρουση, οι φιλικές προς την οικογένεια ώρες εργασίας, ο βαθμός οικονομικής ανεξαρτησίας, η ευελιξία και ο υψηλός βαθμός ανταπόκρισης στις ανάγκες των παιδιών, συμπεριλαμβανομένης της προθυμίας για αλλαγή των ρυθμίσεων για την κάλυψη των μεταβαλλόμενων αναγκών των παιδιών, καθώς μεγαλώνουν (Cashmore et al., 2010; Fehlberg et al., 2011b; Gilmore, 2006; Skjørten & Barlindhaug, 2007).

*Ο Ευστράτιος Παπάνης είναι Μόνιμος Επίκουρος Καθηγητής Κοινωνιολογίας Πανεπιστημίου Αιγαίου

Σχόλια Αναγνωστών

Τα σχόλια είναι κλειστά για αυτό το άρθρο