Υπερτοπικό Μέσο Ενημέρωσης Της Φωκίδας

Δευτέρα, 24 Αυγούστου 2026

Οι “μαύρες ρίζες” του Νίκου Λάιου

Δημοσιεύθηκε στην Εν Δελφοίς στις 18 Μαρτίου 2022

Η εφημερίδα μας συνεχίζει την προσπάθεια να γνωρίσει στους αναγνώστες της τους ανθρώπους της γραφής και της τέχνης, οι οποίοι κατάγονται από την περιοχή και όχι μόνο.

Αυτή τη φορά έχουμε τη χαρά και τιμή να φιλοξενούμε στη Λογοτεχνική Σελίδα μας, «Ταμίευμα Δια Λόγου», τον μεταφραστή-συγγραφέα Νίκο Λάιο, ο οποίος γεννήθηκε στην Άμφισσα, το 1978. Σπούδασε κοινωνική ανθρωπολογία στο Πάντειο Πανεπιστήμιο, στην Αθήνα, και έκανε μεταπτυχιακό στις Ασιατικές Σπουδές, στη Σουηδία. Μετά από την έρευνά του στο Νεπάλ, επέστρεψε στην Άμφισσα, όπου τα τελευταία δεκατέσσερα χρόνια εργάζεται στο Κέντρο Πρόληψης των Εξαρτήσεων.

Τα διαπιστευτήριά του γι’ αυτό το λειτούργημα ήταν η εμπειρία του σε πολλές προηγούμενες εργασίες, πάντα σχετικές με τον άνθρωπο. Έχει μεταφράσει έξι βιβλία: «Νεπάλ, η πρώτη επανάσταση του 21ου αιώνα», συλλογικό (εκδ. Α/συνέχεια, 2008, το οποίο έχει επιμεληθεί), «Ιδέες για τον αγώνα. Εργαλεία πολιτικής» της Μάρτα Χάρνεκερ (εκδ. Α/συνέχεια, 2015), «Αλλαγή Ρότας!», του Ούργο Τσάβες (εκδ. Α/συνέχεια, 2021, το οποίο έχει επιμεληθεί), «Μαύρες Ρίζες. Αφροαμερικανοί Ποιητές και Ποιήτριες του Μεσοπολέμου», συλλογικό/ανθολογία (εκδ. Στοχαστής, 2021, το οποίο έχει ανθολογήσει).

Συμμετέχει στη μετάφραση δύο υπό έκδοση βιβλίων, για τις εκδ. Συναδέλφων: Τα «De-medicalizing Misery» (συνεργασία με άλλους μεταφραστές) και «Guidance for Psychological Therapists. Enabling conversations with clients taking or withdrawing from prescribed psychiatric drugs» (συνεργασία με άλλους μεταφραστές και συνεπιμέλεια). Έχει μεταφράσει, από τα αγγλικά στα ελληνικά, πολλά άρθρα δημοσιευμένα σε επιστημονικά περιοδικά και ιστοσελίδες καθώς και πολλά ποιήματα δημοσιευμένα στην εβδομαδιαία εφημερίδα «Δρόμος της Αριστεράς». Έχουν, επίσης, δημοσιευθεί τέσσερα διηγήματά του σε τρεις ανθολογίες («Fortune Cookies», εκδ. Αμόνι, 2007, «Συνοικία το Όνειρο», εκδ. Εύμαρος, 2019 και «ΙστΟρίεΣ», εκδ. Νίκας, 2020).

Κατερίνα Παναγιωτοπούλου: Κατά τις εκτιμήσεις πολλών αρμοδίων βρισκόμαστε στην τέταρτη τεχνολογική επανάσταση και με δεδομένες τις επαναλαμβανόμενες κρίσεις καθώς και την πανδημία που βιώνουμε, μπορούμε να πούμε ότι βαδίζουμε σε αδιέξοδο ή ότι ακολουθούμε ήδη μια νέα αρχή; 

Νίκος Λάιος: Ναι, στριφογυρίζουμε κιόλας στα φουρτουνιασμένα, σκοτεινά νερά της τομής αυτής, που δοκιμάζεται και προβάλλεται σαν Τέταρτη Βιομηχανική Επανάσταση (ΤΒΕ). Οι πολιτικές διαχείρισης των κρίσεων, που αναφέρετε, φαίνεται πως συνδέονται οργανικά μ’ αυτήν. Φαίνεται, δηλαδή, πως η ΤΒΕ είναι απόπειρα απάντησης στις κρίσεις, που είναι βαθιές και συναποτελούν μια κρίση ενιαία και καθολική, απ’ την οικονομία μέχρι πολύ βαθιά στον άνθρωπο. Η γενικευμένη αυτή κρίση δεν είναι κάτι ουδέτερο κι εξωτερικό. Είναι εκδήλωση χρεωκοπίας ενός μοντέλου δυαδικού, που κωδικοποιημένα μπορούμε να το πούμε «καπιταλισμό–νεωτερικότητα». Και το αδιέξοδο βρίσκεται εδώ ακριβώς, με την έννοια ότι είναι αδιέξοδο αναπαραγωγής του χρεωκοπημένου μοντέλου, που, ξαναλέω, δεν είναι σκέτα οικονομικό, είναι και μοντέλο ανθρώπων, σχέσεων, αξιών, ήθους, ιδανικών. 

Απ’ την άποψη αυτή, η ΤΒΕ είναι κομμάτι αναπόσπαστο της κρίσης, στην οποία υποτίθεται πως πάει ν’ απαντήσει. Και είναι κομμάτι της με τρόπο εμβληματικό, γιατί, αν δει κανείς τί πραγματικά προωθεί (ας αναφέρουμε τον «μετάνθρωπο» μόνο, που δεν είναι κάτι λίγο…), θα καταλάβει ότι πρόκειται για Φρανκενστάιν, συναρμολογημένο απ’ τα πιο σάπια απολειφάδια του χαλασμένου μοντέλου, που γεννάει τις κρίσεις. Έπειτα, πρέπει να δούμε ότι η ΤΒΕ δεν είναι η μόνη αναδιάρθρωση τέτοιου τύπου. Πάει «πακέτο» με άλλες, σε μια συνολικότερη «φυγή προς τα μπρος», που επιχειρείται, προς το απολυταρχικότερο και το απανθρωπινότερο. Θα μπορούσε, οπότε, να ειπωθεί ότι η ΤΒΕ είναι μια απ’ τις αιχμές μιας ομοβροντίας αναδιαρθρώσεων. Αν, τώρα, δεν σ’ αρέσουν αυτές και τσινάς, σου κολλάνε διάφορα υποτιμητικά παρανόμια, σε απειλούνε, σε τιμωρούνε, σε καταχωρίζουν σαν «μη πιστοποιημένο», μέχρι και σ’ εξοστρακίζουν, πια.   

Ως εδώ είπαμε γι’ αδιέξοδο ενός μοντέλου χρεωκοπημένου. Όσον αφορά, όμως, αυτούς που προορίζονται για υποζύγια, αυτούς που θα φορτωθούν στην πλάτη τους «λύσεις» τύπου ΤΒΕ, δηλαδή τους λαούς, πιστεύω δεν υπάρχει αδιέξοδος. Με την έννοια μιας αισιοδοξίας που έχω, πως θα βρούμε άλλους δρόμους να πορευτούμε, δρόμους δημοκρατίας, ανεξαρτησίας και ελευθερίας. Βάζοντας δηλαδή ένα στοπ στην ΤΒΕ και στις άλλες αναδιαρθρώσεις, που προχωράνε χέρι-χέρι, σαν τάχα «πρόοδος», «ανθρωπισμός» και «μονόδρομος», ενώ είναι τα τελείως αντίθετά τους: πισωγύρισμα, απανθρωποποίηση και επιλογές ειδικές, που γίνεται να ανατραπούν. Και είμαι αισιόδοξος, επειδή το πιστεύω, ότι οι λαοί της γης θ’ αγωνιστούν για ένα καλύτερο αύριο, ανθρώπινο και δίκαιο, όπως τόσες φορές έχουν κάνει στις καλές τους στιγμές – καθώς και ο δικός μας ο λαός. Με την απαιτούμενη σημείωση ότι τέτοιος αγώνας δεν θα ’ναι ανέμελος περίπατος ούτε ξεπατίκωμα παλιότερων αγώνων, που δόθηκαν σε άλλες συνθήκες. Τα πράγματα είναι πολύ σοβαρά και δεν βοηθάνε οι ελαφρότητες. 

Κ.Π.: Πόσο δύσκολο είναι για έναν επιστήμονα με σπουδές Κοινωνικής Ανθρωπολογίας και μεταπτυχιακό στις Ασιατικές Σπουδές να ζει και να εργάζεται σε μια επαρχιακή πόλη όπως η Άμφισσα; Με επικέντρωση πάντα στην εκτόνωση της έντασης από κάθε στρεσογόνο γεγονός, που προκύπτει λόγω της δύσκολης εργασίας σας στο Κέντρο Πρόληψης των Εξαρτήσεων. 

Ν.Λ.: Για μένα προσωπικά δεν είναι δύσκολο. Εδώ είναι ο τόπος μου. Η δουλειά μου είναι απαιτητική, έχει δυσκολίες, που όμως οι πιο πολλές δεν προκύπτουν απ’ τη δουλειά σαν τέτοια, αλλά απ’ τις κακοτοπιές που υπάρχουν σε επίπεδο θεσμικό, ελλείμματος μιας συγκροτημένης πολιτικής πρόληψης, που περιλαμβάνει πολλές παραμέτρους και δεν είναι της παρούσης να τις κουβεντιάσουμε. Δείτε, όμως, μιαν άλλη διάσταση της έννοιας «δυσκολία»: Υπάρχουν άνθρωποι, που θέλουν να γυρίσουν στον τόπο τους, αλλά δεν βρίσκουν δουλειά. Γι’ αυτούς, λοιπόν, είναι πολύ δύσκολο να δουλέψουν στον τόπο τους, όχι επειδή «τους ξινίζει», μα επειδή δεν μπορούν, δεν τους επιτρέπεται. Έπειτα, αν εγώ στάθηκα τυχερός, η γυναίκα μου, όμως, τρία χρόνια πηγαινοέρχεται στη Λιβαδειά, για να δουλέψει. Δυόμισι ώρες ταξίδι κάθε μέρα, για πόσο αντέχεται; Πρέπει να ιδωθούνε σοβαρά τέτοια πράγματα, είναι ζωτικά για τον τόπο. Αλλιώς θα ρημάξουμε τελείως.  

Κ.Π.: Στο τηλέφωνο μού είπατε πως, όταν μπορείτε, βρίσκετε τον χρόνο να διαβάζετε και να μεταφράζετε, τρέφοντας κυρίως την αγάπη σας για τις εξιστορήσεις. Όμως, παράλληλα με την ανθολόγησή σας για το βιβλίο «Μαύρες ρίζες. Αφροαμερικανοί Ποιητές και Ποιήτριες του Μεσοπολέμου», έχετε μεταφράσει και αρκετούς ακόμα ποιητές. Για ποιο λόγο προτιμάτε την ποίηση;

Ν.Λ.: Πρώτον, για λόγους τελείως πρακτικούς, αφού το ψωμί το βγάζω απ’ αλλού και τις μεταφράσεις μέχρι τώρα τις κάνω ερασιτεχνικά. Υπάρχει θέμα διαθέσιμου χρόνου, δηλαδή, και τα ποιήματα, σαν μικροί αυτοτελείς πυρήνες που είναι, με βοηθάνε να τον οργανώνω καλύτερα, για να προλαβαίνω να μεταφράζω. Δεύτερον, επειδή, έτσι όπως η ποίηση συμπυκνώνει, σαν να ενώνει θραύσματα, πρέπει, μεταφράζοντας, να κάνεις παράλληλη διεργασία δικιά σου, να μαζεύεις πράγματα που σκόρπισαν και να τα κάνεις σώμα ενιαίο ξανά, ξεκινώντας από τη γλώσσα. Το βλέπω, λοιπόν, και σαν τέτοια άσκηση δικιά μου. Τρίτον, επειδή, με τον ελλειπτικό της τρόπο, η καλή ποίηση μου φαίνεται πως δείχνει κατά κει όπου απλώνονται οι μεγάλες αλήθειες, πέρα απ’ τη λογική, χωρίς να την απαρνιέται. Ο δρόμος αυτός, σαν άσωστος «δρόμος προς», σαν ένας απ’ τους δρόμους προς το παντοτινά άπιαστο, μού φαίνεται πορεία στο Νόημα με «ν» κεφαλαίο.    

Κ.Π.: Συμφωνείτε με την εκδοχή ότι: Ο στίχος, που επιλέγεται για να μεταφερθεί σε οικεία γλώσσα, εμπεριέχει και τη μνήμη, που εγγράφεται στο μυαλό και στο σώμα του μεταφραστή, μεταφέροντας έτσι και κάποια δικά του βιωματικά στοιχεία; 

Ν.Λ.: Συμφωνώ εντελώς. Μπορούμε να διαφωνήσουμε αν ετούτη η μετάφραση μας αρέσει κι αν η άλλη όχι. Τη χειρότερη μετάφραση, όμως, θα τη βρούμε να συγκινεί (από το συν + κινώ) πολύ περισσότερο από εκείνη, που θα τη φαμπρικάρει το πιο εξελιγμένο ψηφιακό «μεταφραστήρι» τεχνητής νοημοσύνης, της Τέταρτης Βιομηχανικής Επανάστασης – ακριβώς για τους λόγους που είπατε. 

Κ.Π.: Λαμβάνοντας υπόψη και τις μεταφράσεις, που έχετε κάνει σε βιβλία και επιστημονικά άρθρα κοινωνιολογίας, ψυχολογίας και πολιτικής, δημοσιευμένα σε αντίστοιχα επιστημονικά περιοδικά, πόσο βοηθάει στο αποτέλεσμα το να δίνει συνειδητά ο μεταφραστής ό,τι έχει να προσφέρει ως απόθεμα;

Ν.Λ.: Επειδή, όπως είπα, τον επιούσιο δεν τον βγάζω από μεταφράσεις, έχω συνήθως την πολυτέλεια να μην αντιμετωπίζω πολύ πιεστικές προθεσμίες, οπότε σε έναν βαθμό έχω μιαν άπλα, για να ρυθμίζω τον δικό μου λιγοστό χρόνο και να κινούμαι καταπώς το λέτε. Όποτε είχα πολύ πιεστικές διορίες, ήταν για άρθρα και το αποτέλεσμα δεν βγήκε τόσο ικανοποιητικό. Οι επαγγελματίες μεταφραστές, όμως, συνήθως δεν έχουν την πολυτέλεια του χρόνου. Εκτός αν είναι αυτό που λέμε «μεγάλα ονόματα», οπότε μπορούν να επιλέγουν λίγες δουλειές, που τους ενδιαφέρουν, γι’ αρκετά καλά λεφτά. Σίγουρα, πάντως, όσοι «μέσοι» επαγγελματίες τα καταφέρνουν, με τόση πίεση, να καταθέτουν ψυχή, είναι να τους βγάζουμε το καπέλο. 

Κ.Π.: Σύμφωνα με το άρθρο του Γκαμπόρ Ματέ (Ούγγρο-Καναδού γιατρού και συγγραφέα), το οποίο μεταφράσατε και δημοσιεύτηκε στην ιστοσελίδα «Νόστιμον Ήμαρ», με τον τίτλο «Οι εξαρτήσεις πηγάζουν από τη δυστυχία – και η συμπόνια ίσως να είναι η θεραπεία», θα μπορούσαμε να υποστηρίξουμε ότι αυτό επιβεβαιώνεται μέσα από την εργασιακή σας καθημερινότητα;

Ν.Λ.: Οπωσδήποτε, αν και με μια επεξήγηση: ο άνθρωπος θα δυστυχήσει κιόλας, επειδή είναι άνθρωπος. Οπότε, το θέμα είναι να βρεθούν γόνιμοι τρόποι υπέρβασης, πράγμα που δεν είναι της τάξης μιας στεγνής «ατομικής ευθύνης», αλλά εμπεριέχει κι άλλους ανθρώπους – εδώ μπαίνει και η πλευρά της συμπόνιας. Για να βρεθούν οι γόνιμοι τρόποι απαιτούνται πολλά, που αφορούν το ξήλωμα του σύγχρονου πολιτισμού της απόλαυσης, ο οποίος με χίλιους δυο τρόπους, έμμεσους κι άμεσους, ενοχοποιεί τον πόνο, τη θλίψη, τη δυστυχία και προσφέρει γι’ αντιμετώπισή τους τη χημεία μονάχα, νόμιμη ή παράνομη. Ζούμε στην Ελλάδα, η παράδοσή μας λέει πολύ αλλιώτικα πράγματα. Κοντεύει η Σαρακοστή, ας τα θυμηθούμε. Οπότε, θα μπορούσα να κάνω μια κριτική στον συλλογισμό του Ματέ, με την έννοια ότι θα ’βλεπα τις εξαρτήσεις να πηγάζουν από ένα-δυο σκαλιά παρακάτω, δηλαδή απ’ την έλλειψη Νοήματος, όπως μας το τονίζει μια δικιά μας μεγάλη, η Κατερίνα Μάτσα. Με τον Ματέ διαφωνώ σε πολλά πράγματα – με κάθε ταπεινότητα από μεριάς μου, αφού έχει εκτόπισμα στον χώρο που ασχολείται με το φαινόμενο της εξάρτησης. Με την τοποθέτησή του στο συγκεκριμένο άρθρο συμφωνώ, γενικά, γι’ αυτό έκατσα και το μετάφρασα. 

Κ.Π.: Στον «Δρόμο της Αριστεράς» διαβάσαμε την εξαιρετική, για την επιλογή των λέξεων και του ρυθμού, απόδοση του ποιήματος «Ο Έλληνας Αντάρτης», του Ουΐλιαμ Κάλλεν Μπράϋαντ. Με γνώμονα την εμπειρία σας στις μεταφράσεις ποιημάτων πολλών ξένων δημιουργών, πόσο δύσκολο είναι για τον μεταφραστή να μεταφέρει την ουσία ενός αλλόγλωσσου πονήματος στη δική του γλώσσα; 

Ν.Λ.: Πολύ δύσκολο και πολύ εύκολο μαζί. Τόσο δύσκολο, που σου κόβονται τα πόδια, και τόσο εύκολο που δεν το πιστεύεις, όταν βλέπεις το «εργόχειρό» σου τελειωμένο. Βοηθάει, πιστεύω, το να ’σαι αρκετά ανοιχτός στην καθημερινότητά σου, όσον αφορά τη γλώσσα τουλάχιστον. Δεν με νοιάζει, για παράδειγμα, όταν μιλάω με ανθρώπους, να λέω «συνεννοηγιόμαστε», αντί για «συνεννοούμαστε». Δεν είναι η μια λέξη κατώτερη απ’ την άλλη, για να συνεννοηθείς! Αλλάζει το πλαίσιο μόνο, ο συνομιλητής σου – και πάει λέγοντας. Τέτοια στάση, ανοιχτή, σου δίνει εναλλακτικές στη μετάφραση ποίησης ιδιαίτερα, σου λύνει μεγάλα προβλήματα σε σχέση με τον ρυθμό, τη μελωδικότητα, τις ομοιοκαταληξίες, τις παρηχήσεις. Αρκεί να ’ναι στάση αυθεντική δικιά σου, γιατί δεν μιλάμε για ζήτημα τεχνικό και για μίμηση. Πρέπει να είσαι η γλώσσα σου.   

Έχουμε στον τόπο μας γλώσσα ποτάμι. Αντί να τη στραγγίζουμε, θέλει να βουτάμε μέσα της καθημερινά, όλο με χαρά κι ευγνωμοσύνη για την τύχη μας. Να μην κλωτσάμε την τύχη μας, που λένε. Και να ’χουμε αυτοπεποίθηση. Μια φίλη απ’ την Αθήνα –Σούλα τη λένε κι είναι φιλόλογος– μου ’στειλε τις προάλλες ένα απόσπασμα απ’ τα ημερολόγια του Σεφέρη. Γράφει αυτός σε μια μεριά για τους Κρητικούς: «Κάτω στο περιβόλι, στου κυρ-Μανόλη, συζητούμε για τον Ερωτόκριτο […] Με συγκινεί η γλωσσική ασφάλεια αυτών των ανθρώπων. Μόνο στη Ρούμελη βρήκα τέτοια σιγουριά· στην Αράχωβα, ακούγοντας το γέρο βοσκό, που με είχε στο σπίτι του». Θα μου πείτε, γράφτηκε πριν πολλά χρόνια αυτό. Σύμφωνοι, οπότε να τι κληρονομιά βαριά έχουμε και πόσο πρέπει να φανούμε άξιοι, να τη σηκώσουμε, να πάει και παρακάτω. Εμείς, οι απλοί άνθρωποι. Ευθύνη δικιά μας είναι.  

Κ.Π.: Είναι αλήθεια ότι σε προηγούμενες εποχές η αφήγηση στρεφόταν σε αρχαίους μύθους και ιστορικά γεγονότα, ώστε ο άνθρωπος να τέρπεται και να διδάσκεται μαζί. Πόσο λείπει σήμερα η γραφή μύθων, θρύλων και παραμυθιών και πόσο αυτό εμποδίζει τη γνώση και τη συνεχή αντίληψη της παράδοσης και της ιστορίας μας; 

Ν.Λ.: Αν λείπει! Και το πρώτο πρώτο που, μου φαίνεται, λείπει ειν’ η μήτρα των παλιών παραμυθιών και η αφήγησή τους. Γιατί, καθώς τα αφηγείσαι, αλλάζουν κιόλας: κατά τον αφηγητή και το παραμύθι. Η έννοια της συνέχειας εμπεριέχει, άρα, την έννοια της αλλαγής. Έτσι το βλέπω, ότι δηλαδή δεν πάει το ένα στοιχείο κόντρα στο άλλο. Ε, στον τόπο μας, στη Φωκίδα, είναι μεγάλο το έλλειμμα αυτό. Μπορεί σ’ αυτό πάνω να σκεφτεί κανείς ότι «η πολλή η πρόοδος, να τι κάνει». Διαφωνώ. Αντίθετα, νομίζω, το έλλειμμα αυτό δείχνει την επικράτηση ενός συντηρητισμού πολύ πυρηνικού, που φτάνουν η φοβία του, η στενομυαλιά του κι ο εκμαυλισμός του στα όρια της τέλειας λήθης, κάτω από παράταιρα φτιασιδώματα, μονάχα, μιας προοδευτικότητας ανέξοδης και κάλπικης. Προσωπικά αισθάνομαι ντροπή, που δεν κατάγραψα τα παραμύθια, που μας λέγανε οι γιαγιάδες μου. Δεν είναι ότι απλά τα λέγανε. Υπήρχε τελετουργικό, γινόταν μάζωξη, βάθαιναν σχέσεις, πραγματωνόταν μια συνέχεια αιώνων. Γίνονταν μεγαλειώδη πράγματα, με τον πιο ανεπιτήδευτο τρόπο και στον ταπεινότερο τόπο. Και τώρα; Θέλω να πω ένα απ’ τα παραμύθια αυτά στην κόρη μου ή στα ανίψια μου και ολόκληρο θυμάμαι μόνο ένα.

Ντρέπομαι. Ξέρω, μολαταύτα, ότι κάποιοι «φύλακες» είχαν γνώση κι έχουν κρατήσει «τις σημειώσεις τους» απ’ τους παλιούς. Ας πούμε, η Λουκία, στην ηλικία μου περίπου, απ’ την Κάτω Αγόριανη, έχει καταγράψει τα παραμύθια που λέει η μάνα της μέχρι σήμερα. Η Αντιγόνη, συμφοιτήτριά μου απ’ τη Δεσφίνα, ξέρει ένα απίθανο παραμύθι-έπος, που της το ’λεγε ο πατέρας της. Πρέπει να βγουν έξω αυτά τα στολίδια, να πυκνώσει και να συντονιστεί η κίνηση επανασύνδεσης με νήματα που βίαια κόπηκαν, τότε που πατάγαμε τις μπανανόφλουδες και νομίζαμε πως απογειωνόμασταν. Ενώ μόλις που σηκωνόμασταν – κι ίσα ίσα για να πέσουμε με φόρα στα πιο άνυδρα, στα πιο άρριζα κι άφιλα χώματα. Μιλάω για τη γενιά τη δικιά μου.      

Κ.Π.: Μία λαϊκή ρήση λέει ότι «Τα στερνά τιμούν τα πρώτα». Πώς το βλέπετε αυτό να εφαρμόζεται στην δική σας συγγραφική πραγματικότητα; Θα μπορούσαμε να πούμε ότι κάποια στιγμή στο μέλλον θα διαβάζαμε μια δική σας ποιητική συλλογή; 

Ν.Λ.: Δεν το νομίζω. Δεν είμαι ποιητής. Έχει, όμως, ο τόπος μας ποιητές. Μένει να τολμήσουν το δημόσιο διάβημά τους – και δεν εννοώ στα λεγόμενα «μέσα κοινωνικής δικτύωσης». Εκεί είν’ όλα περαστικά, χάνονται το ένα πίσω απ’ το άλλο, σ’ έναν παροξυσμό αποσπασματικού κι εφήμερου. Δεν είν’ αυτοί χώροι για ποίηση. Το σπουδαιότερο, δεν είν’ εκεί δήμος. Κρίμα είναι να σπαταλιούνται έτσι ταλέντα, χυμοί, μαστορικές.   

Κ.Π.: Μιλήστε μας για το τελευταίο μεταφραστικό σας πόνημα και για τα σχέδιά σας στο άμεσο μέλλον.

Ν.Λ.: Είναι δύο τα ολοκληρωμένα. Το «Αλλαγή Ρότας!» και το «Μαύρες Ρίζες». Κυκλοφόρησαν μαζί, τον Δεκέμβρη του 2021. Το πρώτο είναι απόσπασμα μιας σπουδαίας τοποθέτησης του Ούγκο Τσάβες στο υπουργικό του συμβούλιο, το 2012, όπως κυκλοφόρησε σαν μπροσούρα στη Βενεζουέλα, λίγο μετά. Διαβάζοντάς το, μπορεί κανείς να σχηματίσει μια γνώμη πιο ολοκληρωμένη για τον δρόμο που διάλεξε ο βενεζουελάνικος λαός, τι σήμαινε εκεί δημοκρατία, συμμετοχή, λαϊκότητα, πατριωτισμός, διεθνισμός, σοσιαλισμός – πώς αυτά δένονταν συναμεταξύ τους, σε κάτι πρωτότυπο, καινούριο, ποιες οι δυσκολίες, οι υστερήσεις, τα μπρος-πίσω, ποιος στάθηκε ο ρόλος της δημοκρατικά εκλεγμένης ηγεσίας της χώρας, θετικός κι αρνητικός, πάνω σ’ αυτά. Το δεύτερο είναι το «Μαύρες Ρίζες», μια συλλογή ποιημάτων μαύρων Αμερικανών των Η.Π.Α., στην περίοδο του Μεσοπόλεμου γραμμένα. Τα βλέπω σαν στιγμιότυπα αντιπροσωπευτικά της αγωνίας όσων ανθολογούνται, να προσδιορίσουν τη θέση τους μέσα στις Η.Π.Α. και μες στον μεγαλύτερο, τον πολύ ταραγμένο και, για τους μαύρους ειδικά, αφιλόξενο κόσμο της εποχής τους. Αν μέσα απ’ τα πολύ ιδιαίτερα παράθυρα, που έτσι μας ανοίγονται, θα φανούν, σ’ αντικαθρέφτισμα, και δικές μας αγωνίες, ελπίδες, ματαιώσεις, καινούρια φτερουγίσματα στην προσπάθειά μας να καταλάβουμε την εποχή τη δικιά μας, να «χωρέσουμε» στον κόσμο τον δικό μας και να συνδράμουμε στην αλλαγή του, τότε θα ’μαι πολύ ευχαριστημένος που συνέβαλα με τη δουλειά μου.      

Κ.Π.: Σας ευχαριστώ.

Ν.Λ.: Σας ευχαριστώ κι εγώ πολύ. 

Σχόλια Αναγνωστών

Τα σχόλια είναι κλειστά για αυτό το άρθρο