Υπερτοπικό Μέσο Ενημέρωσης Της Φωκίδας

Τρίτη, 7 Ιουλίου 2026

“Σοκάρουν τα περιστατικά βίας αλλά και όσοι «πέφτουν απ’ τα σύννεφα»


Της Ασπασίας Μανδρέκα

Παρότι χιλιάδες περιστατικά άσκησης ενδοοικογενειακής βίας και, ακόμη χειρότερα, δεκάδες γυναικοκτονίες, λαμβάνουν χώρα στην Ελλάδα, εδώ και χρόνια και, μάλιστα, με ραγδαία αυξητικό ρυθμό, έπρεπε να φθάσουμε στη στυγερή δολοφονία μίας νέας κοπέλας, που έπεσε νεκρή από τις αλλεπάλληλες μαχαιριές του πρώην συντρόφου της, έξω από κεντρικό Αστυνομικό Τμήμα, ώστε η Ελληνική Πολιτεία να παρέμβει δραστικά, αυστηροποιώντας τις σχετικές ποινές και δίνοντας, επιτέλους, σχετικές οδηγίες προς τα στελέχη της Αστυνομίας για τον χειρισμό των υποθέσεων της ενδοοικογενειακής βίας.  

Λίγους μήνες μετά, η Ελληνική κοινωνία παρακολουθεί στα μέσα ενημέρωσης και στο διαδίκτυο, τα, επί καθημερινής βάσης, προβαλλόμενα και εντεινόμενα επεισόδια ακραίας βίας μεταξύ ανηλίκων, είτε αυτά εκδηλώνονται εντός των σχολικών μονάδων, είτε εκτός αυτών. Από τον λεκτικό εκφοβισμό και την απλή σωματική βία έχουμε περάσει στη σύσταση παραβατικών ομάδων ανηλίκων, των οποίων τα μέλη φέρουν όπλα, (μαχαίρια, στιλέτα, φαλτσέτες, κ.λ.π), επιτίθενται σε συνομήλικους και επιφέρουν σε αυτούς επικίνδυνες, για τη σωματική ακεραιότητα και για τη ζωή τους, βλάβες.

Οι λεπτομέρειες των κατ’ ιδίαν περιστατικών και των δύο κατηγοριών βίας, πραγματικά, σοκάρει. Επίσης, όμως, «σοκάρει» και η αντίδραση μέρους εκπροσώπων πολιτειακών φορέων, δημοσιογράφων αλλά και πολιτών, οι οποίοι, κατά την ανάδειξη και προβολή των αντίστοιχων περιστατικών, εμφανίζονται ως να έχουν «πέσει από τα σύννεφα».

Η, τέτοιου είδους, αντιμετώπιση του φαινομένου της έξαρσης της βίας χαρακτηρίζει μόνο όσους δεν ζουν, ουσιαστικά, μέσα στην κοινωνία μας, όσους διάγουν τον βίο τους χωρίς ενδιαφέρον για ότι συμβαίνει γύρω τους, αυτούς που δεν επιδεικνύουν ενσυναίσθηση και έγνοια για τους συνανθρώπους τους. Επίσης, μπορεί να χαρακτηρίζει αυτούς, που ηθελημένα έχουν διαφορετικές προτεραιότητες στη ζωή και, μοιραία, εθελοτυφλούν.

Για τους υπόλοιπους, που «δεν έπεσαν απ’ τα σύννεφα», η εξελισσόμενη έξαρση της βίας, που χαρακτηρίζεται ραγδαία σε όλες τις σχετικές έρευνες, είναι φαινόμενο που καλλιεργείται και τροφοδοτείται, εδώ και πολλά χρόνια, ενώ, η έκρηξή του ήταν προβλέψιμη και αναμενόμενη.

Η έξαρση της βίας σε μια κοινωνία αποτελεί πολύπλοκο και πολυπαραγοντικό κοινωνικό πρόβλημα, με πολύ σοβαρές συνέπειες για όλους και θα πρέπει να εντοπίσουμε τί την πυροδοτεί, άν θέλουμε να την καταστείλουμε.

Στο ερώτημα αυτό, πολλοί είναι αυτοί που εξηγούν το φαινόμενο προβάλλοντας ως αιτίες του, τόσο, την πολυετή οικονομική κρίση στη χώρα μας, όσο, και την πανδημία του κορονοιού και τους εξαιτίας αυτής περιορισμούς, που υπέστησαν οι πολίτες. 

Αναμφίβολα, η παρατεταμένη οικονομική κρίση και οι επιπτώσεις της, όπως είναι η οικονομική δυσχέρεια, η ανεργία, η ακραία φτώχια, οι οικονομικοκοινωνικές ανισότητες, είναι παράγοντες που προκαλούν στους πολίτες άγχος, ανασφάλεια, αβεβαιότητα, απελπισία αλλά και θυμό. Αρνητική επίπτωση, επίσης, είχε στον πληθυσμό η πανδημία, οι επιβληθέντες περιορισμοί και η καραντίνα. Ο εγκλεισμός που εφαρμόστηκε για την προστασία της δημόσιας υγείας προκάλεσε αισθήματα μοναξιάς, φόβου, λύπης, ματαίωσης, άγχους και οδήγησαν στην έξαρση ψυχικών διαταραχών και προβλημάτων.    

Περαιτέρω, η βία, σε όλες τις εκφάνσεις της ζωής, όπως είναι η ενδοοικογενειακή βία, η ενδοσχολική βία, η βία μεταξύ ανηλίκων, η οπαδική βία, η ρατσιστική βία, η πολιτική βία κ.λ.π, κατά την εκδήλωσή της, στην πλειοψηφία των περιπτώσεων, συναρτάται με όλα τα ανωτέρω αρνητικά αισθήματα. Οι άνθρωποι που ασκούν βία, τις περισσότερες φορές, αισθάνονται κάποιο από τα προαναφερόμενα αισθήματα ή και συνδυασμό αυτών.

Είναι, όμως, ορθό να καταλήξουμε στο συμπέρασμα ότι όλα αυτά που προκάλεσαν στους πολίτες, τόσο η παρατεταμένη και οδυνηρή οικονομική κρίση καθώς και η πανδημία του κορονοιού, αποτελούν την βασική αιτία της έξαρσης της βίας, στο βαθμό και στην έκταση που εμφανίζεται αυτή σήμερα στην Ελληνική πραγματικότητα;

Κατά την προσωπική άποψή μου, όχι! Οι επιπτώσεις της οικονομικής κρίσης αλλά και της πανδημίας είναι, προφανέστατα, οι ικανές συνθήκες, που επέδρασαν καταλυτικά για την επιτάχυνση της εκδήλωσης της έξαρσης της βίας αλλά και για τη μεγέθυνση και οξύτητα του προβλήματος. Όμως, αυτές οι δύο καταστάσεις

– οικονομική κρίση και πανδημία – δεν αποτελούν τη γενεσιουργό αιτία για την έξαρση της βίας. 

Οι ικανές αυτές συνθήκες βρήκαν και έδρασαν πάνω σε κατάλληλο υπόβαθρο, το οποίο και αποτελεί τη γενεσιουργό αιτία της έξαρσης των εκδηλώσεων βίας και της αντίστοιχης εγκληματικότητας.

Αναζητώντας την αιτία αυτή, αναπόδραστα, οδηγούμαστε στη σημαντικότερη πληγή της Ελληνικής κοινωνίας: την έλλειψη Παιδείας, την κρίση των Αξιών και των Θεσμών.

Η βία γεννιέται και αναπαράγεται σε δυσλειτουργικές Οικογένειες, σε δυσλειτουργικά Σχολεία και στους δυσλειτουργικούς χώρους της Ανθρώπινης δραστηριότητας, όπου, δηλαδή, δεν φτάνει η ορθή Παιδεία, η Πολιτική Αγωγή και οι κανόνες της Δημοκρατίας.

Δυστυχώς, σήμερα, η Οικογένεια, η Εκπαίδευση αλλά και οι υπόλοιπες κυψέλες Κοινωνικοποίησης αδυνατούν να εμπεδώσουν στα παιδιά αρχές, αξίες και ιδανικά. Αδυνατούν να προβάλλουν ορθά πρότυπα, όπως, άλλωστε, αδυνατούν να καλλιεργήσουν την κριτική ικανότητά τους και, εν τέλει, να δημιουργήσουν ολοκληρωμένες προσωπικότητες. Όλα αυτά σε συνδυασμό με τις συνθήκες μιας Κοινότητας χωρίς συνοχή και χωρίς αλληλεγγύη και με τις γενικότερες στρεβλές αντιλήψεις που κυριαρχούν στις μέρες μας, την ανταγωνιστική δομή της κοινωνίας μας, τις ανισότητες, την επικράτηση ως ζωτικού και αποκλειστικού στόχου της εξυπηρέτησης οικονομικών και πολιτικών συμφερόντων, την απώλεια κάθε μέτρου, την κατάργηση κάθε ηθικού ή άλλου φραγμού και ορίου, την υιοθέτηση ως θεμελιώδους αρχής «του σκοπού που αγιάζει τα μέσα», την προώθηση μηδενιστικών μοντέλων, αποτελούν χαρακτηριστικά κοινωνικής νοσηρότητας και συνθήκες πυροδότησης της βίας κάθε μορφής.

Έτσι, λοιπόν, έχουμε Νέα παιδιά, χωρίς αξίες, χωρίς κρίση, χωρίς πρότυπα, χωρίς όνειρα και χωρίς στόχους. Νέους, χωρίς όρια, που δεν αναγνωρίζουν κανένα κανόνα και αρνούνται κάθε υποχρέωση. Παιδιά συναισθηματικά παραμελημένα ή, ακόμη χειρότερα, που έχουν βιώσει κακοποίηση. Παιδιά χωρίς υποστήριξη. Παιδιά που διακατέχονται από απάθεια για ότι συμβαίνει γύρω τους αλλά και από έλλειψη ενσυναίσθησης απέναντι στα δυσάρεστα που αφορούν στους συνανθρώπους τους. Παιδιά χωρίς ελπίδες και κίνητρα στη ζωή τους, τα οποία αναζητούν άλλους τρόπους για να δώσουν νόημα στη ζωή και την ύπαρξη τους. Αυτά είναι τα Παιδιά και μετέπειτα Ενήλικες, που με τη θέλησή τους οδηγούνται ή είναι εύκολο να χειραγωγηθούν, σε διάφορες μορφές βίας, ακριβώς, για να δώσουν στίγμα – ταυτότητα και νόημα στην υπόστασή τους.

Καθίσταται, λοιπόν, σαφές ότι το πρόβλημα της έξαρσης κάθε μορφής βίας δεν μπορεί να εξηγηθεί μόνο από τις συγκυρίες εκείνες, που το ευνόησαν και αποτέλεσαν, όπως ξαναείπα, τις ικανές συνθήκες, ώστε η εκδήλωσή του να μεγιστοποιηθεί αλλά και να επιταχυνθεί. Αυτό, βέβαια, σε καμία περίπτωση δεν σημαίνει ότι δεν χρήζουν σοβαρής αντιμετώπισης και αποκατάστασης οι συνέπειες της οικονομικής κρίσης, της πανδημίας και κάθε άλλης κρίσης, που βίωσε και βιώνει η Ελληνική Κοινωνία. 

Η αιτία, όμως, που δημιούργησε και αποτέλεσε τον γενεσιουργό λόγο της έξαρσης της βίας, βρίσκεται, ακόμη βαθύτερα. Βρίσκεται στον πυρήνα και στην ουσία της Ελληνικής Πραγματικότητας. Βρίσκεται στα θεμέλιά της, που δεν είναι άλλα από την Παιδεία και τις Αξίες, πάνω στις οποίες αυτή χτίστηκε. 

Το πρόβλημα είναι σοβαρό και η λύση του απαιτεί σοβαρή προσέγγιση, ολιστική και συστηματική αντιμετώπιση. Όχι, όμως, στα λόγια. Η Ελληνική Πολιτεία πρέπει να το θέσει ως προτεραιότητα, άν θέλουμε αυτή η χώρα και το Έθνος μας να έχει μερίδιο στο μέλλον.

 

Σχόλια Αναγνωστών

Τα σχόλια είναι κλειστά για αυτό το άρθρο