Οικονομικός εξοστρακισμός à la AirBnb
Της Μαρίνας-Σελήνης Κατσαΐτη*
Σύμφωνα με τη διεθνή επιστημονική βιβλιογραφία, η ανθρώπινη ευτυχία δεν εξαρτάται από το επίπεδο του εισοδήματος, εφόσον έχουν καλυφθεί οι βασικές ανθρώπινες ανάγκες, όπως η στέγη και η τροφή. Παρά τις αντιλήψεις πολλών, ότι οι πλούσιοι είναι και πιο ευτυχείς, τα στατιστικά στοιχεία, ανά τον κόσμο δεν επιβεβαιώνουν καμία τέτοια θετική συσχέτιση.
Δύο είναι οι βασικοί λόγοι πίσω από αυτή την αποτυχία μας να εντοπίσουμε κάποια σημαντική επίπτωση του εισοδήματος στην ανθρώπινη ευτυχία. Ο πρώτος λόγος σχετίζεται με την προσαρμογή που λαμβάνει χώρα σε οτιδήποτε μας συμβαίνει στη ζωή. Από το να κερδίσουμε το λαχείο μέχρι να έχουμε ένα σοβαρό πρόβλημα υγείας και να καταλήξουμε σε αναπηρικό καροτσάκι. Η έρευνα έχει δείξει ότι ένα χρόνο μετά τη νίκη στο λαχείο ή ένα χρόνο μετά το ατύχημα, τα άτομα έχουν προσαρμοστεί στην κατάσταση ζωής «πριν από το σοκ» και αναφέρουν τα ίδια επίπεδα ευτυχίας με πριν.
Ο δεύτερος λόγος σχετίζεται με τη γνωστή αγγλική έκφραση «keeping up with the Joneses». Η έκφραση αυτή υπογραμμίζει το γεγονός ότι αυτό που είναι σημαντικό στη ζωή όσον αφορά τον πλούτο και τα υλικά αγαθά δεν είναι αυτό που έχουμε σε απόλυτους όρους αλλά το πού βρισκόμαστε σε σύγκριση με τους άλλους. Αυτό δηλαδή που συνεχώς προσπαθούμε να κάνουμε είναι να έχουμε όσα έχουν και οι Joneses (ή οι Παπαδόπουλοι στην περίπτωσή μας). Είναι λοιπόν η σχετική μας θέση στην κοινωνία και την οικονομία που μας κάνει να αισθανόμαστε καλύτερα ή χειρότερα, επειδή συγκρίνουμε συνεχώς τον εαυτό μας με τους άλλους (τους λεγόμενους Joneses). Έτσι, η αέναη απληστία οδηγεί σε μια ασταμάτητη κούρσα προς το «θέλω περισσότερα».
Και ενώ πασχίζουμε και αγχωνόμαστε για όλα αυτά τα περισσότερα, αναλώνοντας την ενέργεια και τον πολύτιμο χρόνο μας σε αυτή τη ζωή, στο να αποκτήσουμε περισσότερα χρήματα, περισσότερο πλούτο και περισσότερα αγαθά, χάνουμε ό,τι πολυτιμότερο έχουμε: την ησυχία μας, την ηρεμία μας, τον ελεύθερό μας χρόνο, τους φίλους μας, τα χόμπυ μας, και οτιδήποτε πραγματικά μας γεμίζει την ψυχή. Και όλα αυτά στο βωμό της υποτιθέμενης ευτυχίας την οποία θα νιώσουμε όταν κάποτε πια πλουτήσουμε. Και φυσικά, οι περισσότεροι από εμάς αργούμε πολύ να διαπιστώσουμε πως αυτή τη ευτυχία που προέρχεται από το χρήμα, τον πλούτο και την ύλη, δεν είναι παρά μόνο στιγμιαία, και ακόμα χειρότερα το διαπιστώνουμε όταν κάποια στιγμή χάσουμε κάτι πραγματικά πολύτιμο, όπως την υγεία μας ή έναν αγαπημένο μας άνθρωπο.
Ένας από τους θεμελιωτές της έννοιας της ευτυχίας ήταν ο Αριστοτέλης. Ο Αριστοτέλης αναφέρθηκε στην Ευδαιμονία και την τον Ηδονισμό ως δυο διαφορετικές προσεγγίσεις της ανθρώπινης ευτυχίας. Ο ηδονισμός επικεντρώνεται στη μεγιστοποίηση της ευχαρίστησης, της άνεσης και της απόλαυσης, ενώ ελαχιστοποιεί τον πόνο και τη δυσφορία. Η ευδαιμονία από την άλλη πλευρά αφορά τη ζωή με νόημα, την προσωπική ανάπτυξη, την αυθεντικότητα και την αριστεία. Εύκολα μπορεί κανείς να καταλάβει ότι η ηδονιστική προσέγγιση της ευτυχίας ικανοποιείται μέσα από τη συσσώρευση του πλούτου, του χρήματος και των υλικών αγαθών. Ωστόσο, όπως δείχνει η επιστημονική έρευνα, αυτό που πραγματικά κάνει τους ανθρώπους ευτυχισμένους μακροπρόθεσμα είναι η ευδαιμονία. Στην περίπτωση αυτή ο άνθρωπος κατακλύζεται από το συναίσθημα ότι «έχει αρκετά», και λαμβάνει ευχαρίστηση από το δίνει και να βοηθάει, να μειώνει τις υλικές του επιθυμίες και να διαχειρίζεται τον πόνο.
Παρακολουθώ με μεγάλη απορία τον εξαντλητικό αγώνα και την αγωνία πολλών ανθρώπων που στο βωμό αυτής της (άπληστης) φιλοδοξίας σπαταλούν άδοξα τη ζωή τους. Και αναρωτιέμαι.
Δυο πιστεύω είναι οι ενδεχόμενες ερμηνείες σε αυτή την πορεία κατά την οποία οι άνθρωποι αρνούνται να μάθουν. Είτε πραγματικά δεν αντιλαμβάνονται ότι κινούνται ανοδικά σε μια κυλιόμενη σκάλα που κατεβαίνει, είτε δεν θέλουν να μπουν σε διαδικασίες που θα τους φέρουν αντιμέτωπους με πιο εσωτερικούς και ουσιώδεις προβληματισμούς σχετικά με την ύπαρξη και το σκοπό της ζωής τους. Ωστόσο, είναι τόσο μεγάλη η κοινωνική πίεση που ασκείται σχετικά με αυτό το ζήτημα καθώς και τόσο ηχηρά και λαμπερά τα χειροκροτήματα του κοινωνικού περίγυρου μπροστά σε ένα μεγάλο σπίτι, ένα ακριβό αυτοκίνητο, λαμπερά κοσμήματα και γνωστές και ακριβές μάρκες ρούχων, που όλοι εμείς «τσιμπάμε» και τα επιζητάμε.
Αφορμή για το σημερινό άρθρο ήταν το σοβαρό πρόβλημα μη διαθεσιμότητας κατοικιών προς ενοικίαση. Στο Γαλαξίδι, όπου κατοικώ τα τελευταία πέντε χρόνια, δεν υπάρχουν διαθέσιμα σπίτια για μακροχρόνια μίσθωση. Όλα τα μη κατοικημένα σπίτι είναι διαθέσιμα για βραχυχρόνια μίσθωση (AirBnb). Έτσι για κάποιους από εμάς που τυχαίνει να μην είμαστε ιδιοκτήτες, αλλά χρειάζεται κάπου να μείνουμε, υπάρχει πραγματικά σοβαρό πρόβλημα. Σοβαρότατο!
Επειδή ζω στον πραγματικό κόσμο, με δουλειά, παιδί, μισθό, έξοδα, εφορίες κτλ. μπορώ να αντιληφθώ όλους τους λόγους για τους οποίους ένας ιδιοκτήτης ακινήτου μπορεί να προτιμήσει να διαθέσει το ακίνητό του στην αγορά βραχυχρόνιας και όχι μακροχρόνιας μίσθωσης. Είναι προφανώς πιο κερδοφόρα και αφού τα λουριά έχουν σφίξει τόσο πολύ τα τελευταία χρόνια, το επιπλέον αυτό εισόδημα αποτελεί γερή ένεση στον οικογενειακό προϋπολογισμό.
Ωστόσο, υπάρχει και μια άλλη κατηγορία ατόμων, αυτοί που διαθέτουν εκμεταλλεύονται πολλά ακίνητα ταυτόχρονα και τα διαθέτουν προς μίσθωση. Αυτά τα ακίνητα δεν είναι απαραίτητα ιδιοκτησία τους. Μπορούν όμως να τα ενοικιάσουν σε αυξημένο, σε σχέση με την αγορά, ενοίκιο, και εν συνεχεία μέσω της διάθεσης αυτών των ακινήτων στην αγορά βραχυχρόνιας μίσθωσης να κερδίσουν πολλαπλάσια. Έτσι κερδίζει περισσότερο και ο ιδιοκτήτης, που αφήνει το ακίνητό του να το εκμεταλλεύεται ένας επαγγελματίας που διαχειρίζεται πολλά ακίνητα στο AirBnb, αλλά και ο επιχειρηματίας, ο οποίος έχει μεγαλύτερο περιθώριο κέρδους.
Εντωμεταξύ, εγώ, ο Γιάννης, ο Μήτσος, η Νικολέττα, και διάφοροι άλλοι δεν μπορούμε να βρούμε ένα σπίτι να βάλουμε το κεφάλι μας μέσα, διότι κάποιοι πρέπει να πλουτίσουν λίγο περισσότερο! Έτσι ακριβώς «χαλάνε» οι αγορές και εν συνεχεία οι κοινωνίες. Έτσι ακριβώς δημιουργούνται οι στρεβλώσεις που οδηγούν σε οικονομικά και κοινωνικά αδιέξοδα μακροχρόνια. Διότι όταν εγώ, ο Γιάννης, ο Μήτσος, η Νικολέττα και διάφοροι άλλοι, δεν θα βρούμε σπίτι να νοικιάσουμε, προκειμένου 2-3 άτομα να πλουτίσουν λίγο ακόμη, τότε εμείς θα πάρουμε τα μπογαλάκια μας και θα μετακομίσουμε κάπου αλλού. Ενδεχομένως στην Ιτέα. Και όταν θα γίνει αυτό μια, δύο, τρεις, πέντε φορές, τότε συν τω χρόνω (αλλά και συν την υπογεννητικότητα), θα αρχίσει ένα ντόμινο προβλημάτων, όπως να κλείσει το σχολείο επειδή δεν έχει παιδιά, να κλείσει το ιατρείο επειδή είναι λιγότεροι οι μόνιμοι κάτοικοι, να κλείσουν κάποια καταστήματα, είτε εμπορικά είτε υγειονομικού ενδιαφέροντος και να συνεχίσει να ερημώνει ο τόπος. Δεν ξέρω ποιος τουρίστας θα θέλει σε λίγα χρόνια να επισκεφθεί έναν τόπο που μπορεί να πάσχει από σοβαρές ελλείψεις. Αλλά πριν φτάσω να ανησυχήσω για τον τουρίστα, θα με ενδιέφερε προτίστως να μάθω γιατί αυτός ο οικονομικός εξοστρακισμός του μόνιμου κατοίκου είναι θεμιτός αλλά και ηθικός.
Θα προτιμήσω να μην αναφέρω συγκεκριμένα ονόματα που εμπλέκονται έμπρακτα στην προαναφερθείσα διαδικασία, ελπίζοντας ότι θα καταφέρουν μόνοι τους να σηκώσουν στο κεφάλι και να αντικρύσουν τον καθρέφτη τους μόλις διαβάσουν το άρθρο μου. Σας υπόσχομαι όμως ότι θα τους παραδώσω αυτοπροσώπως το φύλλο της εφημερίδας στην πόρτα τους.
*Η Μαρίνα-Σελήνη Κατσαΐτη είναι Αναπληρώτρια Καθηγήτρια Οικονομικής Ανάλυσης, Πρόεδρος στο Τμήμα Περιφερειακής και Οικονομικής Ανάπτυξης Άμφισσας του Γεωπονικού Πανεπιστημίου Αθηνών

Σχόλια Αναγνωστών
Τα σχόλια είναι κλειστά για αυτό το άρθρο