Αγνωμοσύνη: η ύβρις της ύβρεως
της Μαρίνας-Σελήνης Κατσαϊτη*
Η Ύβρις ήταν κατώτερη θεότητα της ελληνικής μυθολογίας, σύμφωνα με την Wikipedia. «Προσωποποίηση της αφροσύνης, αυθάδειας και υπέρμετρης αλαζονείας, στην ουσία ανατροπή του συσχετισμού μεταξύ του ανθρώπινου και του θείου νόμου». «Υβριστής ήταν αυτός που υπερεκτιμούσε τις δυνάμεις του (πολιτικές, στρατιωτικές ή οικονομικές) και για το λόγο αυτό είχε αλαζονική συμπεριφορά, προσβλητική για τους συνανθρώπους του αλλά πολλές φορές και βίαιη» γράφει ο Καθηγητής Στεφανάδης σε άρθρο του στο Πρώτο Θέμα (23.02.2018).
Η φράση «η ύβρις της ύβρεως» περιγράφει την κατάσταση όπου η αρχική ύβρις, η οποία ενδεχομένως να είναι ήδη σοβαρή, οδηγεί σε περαιτέρω και ακόμη πιο σοβαρές παραβάσεις και αλαζονικές πράξεις, δημιουργώντας έναν κύκλο κακοποιίας (λέει η ΑΙ προειδοποιώντας μας για την πιθανότητα να περιλαμβάνει λάθη). Στον Αγαμέμνονα του Αισχύλου «κόρη» της Ύβρεως είναι η Ύβρις, καθώς η μία γεννά την άλλη.
Θεωρώ την αγνωμοσύνη ίσως από τις τρεις χειρότερες αμαρτίες, στις οποίες μπορεί να υποπέσει ο άνθρωπος. Και αυτό, διότι η αγνωμοσύνη αποτελεί επιλογή. Συνειδητή επιλογή. Μεγάλωσα δύσκολα. Σκληρά. Στερήθηκα βασικές φροντίδες από τις «αυτονόητες» φυσικές πηγές. Συχνά σαν αγριόχορτο έβρισκα το δρόμο μου μέσα από κάποια σκισμένη άσφαλτο ή κάποιο σπασμένο σκαλί. Κόσμος περνούσε και με έβλεπε να μεγαλώνω και να ανθίζω. Να μεταμορφώνομαι και συχνά να ποτίζω και κάποια διπλανά αγριόχορτα, φιλαράκια μου. Αφού είχα περίσσεμα, να μην δώσω και στον διπλανό. Κι ας μην ήταν φιλαράκι. Αν μέχρι εκεί έφτανε το ποτιστήρι μου; Να αφήσω το νερό να εξατμιστεί από τη ζέστη ή να το δώσω να ζήσει και ο διπλανός. Ο κόσμος συνέχισε να περνάει. Κι εγώ έγινα δέντρο. Μεγάλο. Όμορφο. Λαμπερό. Με μεγάλο ίσκιο και πλατιά φύλλα. Και τώρα λάμπω στην πλατεία του χωριού και όλοι λένε: «Την βλέπετε αυτή; Μόνη της μεγάλωσε. Μόνη της έγινε ό,τι έγινε. Μεγάλη και τρανή.»
Όχι φίλε μου. Δεν έγινα μόνη μου. Με φρόντισε πολύς κόσμος. Πέρασαν άνθρωποι αργά τη νύχτα και με πότισαν. Πέρασαν άλλοι ανήμερα τα Χριστούγεννα, που κανείς δεν κοιτούσε, και με φίλησαν. Πέρασαν κι άλλοι, μέρα μεσημέρι, με ήλιο και ζέστη ανυπόφορη και με χάιδεψαν. Πέρασαν πολλοί. Πάρα πολλοί. Η συμβολή τους δεν μετριέται. Γιατί ένα χάδι σε μια δύσκολη στιγμή μπορεί να σου σώσει η ζωή. Μια γλυκιά κουβέντα την ώρα της καταστροφής μπορεί να διατηρήσει μέσα σου αναμμένη την ελπίδα και την πίστη στον Θεό. Ένα ποτήρι νερό, όταν διασχίζεις τη Σαχάρα, μοιάζει με τον μεγαλύτερο θησαυρό στον άθλιο τούτο Κόσμο, που κάποτε ήταν θείος.
Κανείς δεν έγινε μόνος του. Κανείς. Ακόμη και ο Ροβινσώνας Κρούσος είχε τον Παρασκευά. Απλώς κάποιοι άθλιοι αγνώμονες, δεν μπορούν να κάνουν τίποτε άλλο, και έτσι κάνουν τους ήρωες.
Είμαστε δάσκαλοι. Παιδαγωγοί. Πολλοί από εσάς που με διαβάζετε, είστε κι εσείς δάσκαλοι. Και παιδαγωγοί. Άλλοι κατ’ ουσίαν, άλλοι κατ’ επάγγελμα, άλλοι και τα δυο. Οι εποχές είναι χαλεπές και οι συνθήκες συχνά δεν επιτρέπουν σε όλους μας να αντέχουμε το βάρος και των δυο λειτουργιών. Ένα είναι σίγουρο όμως. Ότι αντίθετα με άλλους κατ’ επάγγελμα και κατ’ ουσίαν επαγγελματίες, ΕΜΕΙΣ δίνουμε τον χρόνο μας, την ενέργειά μας, και συχνά την αγάπη μας, την έγνοια μας, την φροντίδα μας, και πιο σπάνια ΤΗ ΖΩΗ μας, για τα παιδιά «των άλλων». Τα «ξένα παιδιά» όπως πολλοί μου λένε (Όσο κι αν εγώ χτυπιέμαι ότι όλα τα παιδιά είναι παιδιά μας και εκείνοι με κοιτάνε σαν να είμαι εξωγήινη).
Έχετε αρχίσει να διακρίνετε θυμό; Αργήσατε. Αν το χαρτί ένιωθε αυτά που γράφω θα είχε πάρει φωτιά. Χαρακτηριστική η ρήση του Ηράκλειτου πως «την υπεροψία πρέπει κανείς να σβήνει περισσότερο παρά την πυρκαγιά».
Πριν λίγες μέρες έγραψα ένα άρθρο για την καταπληκτική δουλειά που κάνουν μαθητές και καθηγητές σε ένα σχολείο, στο Μουσικό Σχολείο Άμφισσας «Ελένη Καραΐνδρου». Χωρίς να ονοματίσω κανέναν, συνεχάρην ειλικρινώς όλους. Και έσπευσαν κυρίες και κύριοι, άκουσον άκουσον, ντροπή και αίσχος, γονείς των ίδιων των μαθητών, να υπογραμμίσουν, πως τα συγχαρητήρια είναι μόνο για τους μαθητές.
Κι εμείς όλοι τί ρόλο βαράμε ρε; Όλοι εμείς που παραλαμβάνουμε τα παιδιά σας κάθε πρωί και περνάμε ώρες, μέρες, εβδομάδες, μήνες και χρόνια από τη ζωή μας, να τους μάθουμε ό,τι προλαβαίνουμε και ό,τι μπορούμε. Όλοι εμείς που πολλές φορές περνάμε περισσότερο χρόνο με τα παιδιά σας από ότι εσείς; Αφού οι δάσκαλοι δεν έχουν καμία συμμετοχή σε αυτό που κάνουν αυτά τα παιδιά, τότε γιατί δεν τα κρατάτε στο σπίτι; Το αποτέλεσμα θα ήταν ακριβώς το ίδιο. Λάθος;
Γνωρίζετε πόσες φορές νέα παιδιά έχουν απευθυνθεί σε μένα προσωπικά για προβλήματα τα οποία τα βασανίζουν και τα οποία δεν «μπορούν» να συζητήσουν ούτε με τους γονείς τους ούτε με κανέναν άλλον; Γνωρίζετε πόσα παιδιά βρίσκουν «καταφύγιο» στο σχολείο και «γονείς» στο πρόσωπο των καθηγητών και των δασκάλων, διότι οι γονείς τους δεν είναι εκεί είτε με φυσική είτε με ουσιαστική παρουσία είτε και τα δυο; Σε μία χώρα που οι εκπαιδευτικοί χάνουν καθημερινά, δικαιολογημένα εν μέρει, κάθε κίνητρο να επιτελέσουν το έργο τους, είτε επειδή πρέπει να κάνουν δέκα δουλειές για να επιβιώσουν, είτε γιατί το σύστημα και κυρίως οι γονείς λειτουργούν τελείως απαξιωτικά απέναντί τους, θα έπρεπε τουλάχιστον να σκεπτόμαστε δυο φορές. Είναι εύκολο να κρίνεις, να καταδικάζεις και να απαξιώνεις. Είναι όμως πολύ δύσκολο να διαθέτεις ταυτόχρονα επαρκή διαύγεια, ειλικρίνεια, και προπαντός ταπεινότητα ώστε να αναγνωρίζεις την αξία των άλλων, ακόμη κι όταν αυτό σε κάνει να αισθάνεσαι εσύ λίγος.
*Η Μαρίνα-Σελήνη Κατσαΐτη είναι Αναπληρώτρια Καθηγήτρια Οικονομικής Ανάλυσης, Πρόεδρος στο Τμήμα Περιφερειακής και Οικονομικής Ανάπτυξης Άμφισσας του Γεωπονικού Πανεπιστημίου Αθηνών

Σχόλια Αναγνωστών
Τα σχόλια είναι κλειστά για αυτό το άρθρο