Ο ορατός κίνδυνος για το Πρωτοδικείο Άμφισσας!
Της Λουκίας Μαστροπέρρου*
Ο αριθμός και η έδρα των δικαστηρίων που συνιστώνται στην Επικράτεια αποτελεί ειδική εκδήλωση της χωροταξικής πολιτικής του σύγχρονου κοινωνικού κράτους δικαίου που οφείλει να διαμορφώνει το παρόν και να προγραμματίζει το μέλλον, λαμβάνοντας υπόψη τη διοικητική διαίρεση της χώρας ώστε να εξυπηρετούνται τα άτομα και η κοινωνία από την παροχή υπηρεσιών δικαιοδοτικού χαρακτήρα μέσα από τη βέλτιστη κατανομή των δικαστηρίων και δικαστικών υπηρεσιών.
Τόσο στο Εθνικό Σχέδιο Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας που αναφέρεται ως στόχος η ‘’Αναθεώρηση του δικαστικού χάρτη’’ όσο και στον Κώδικα Οργανισμού Δικαστηρίων και Κατάστασης Δικαστικών Λειτουργών που ψηφίστηκε πρόσφατα από την Βουλή, προβλέπεται διαδικασία συγχώνευσης και κατάργησης δικαστηρίων.
Η συγχώνευση ή/και κατάργηση Πρωτοδικείων συνδέεται με την εξέλιξη και χρήση ψηφιακών μέσων, η οποία συνίσταται σε τηλεσυνεδριάσεις και τηλεακροάσεις που αποσκοπούν στην μη φυσική παρουσία δικηγόρων και διαδίκων στα ακροατήρια.
Η αποδυνάμωση των περιφερειακών Δικαστηρίων και η συρρίκνωση της δικαστηριακής ύλης, επιβεβαιώνεται επιπροσθέτως καθώς νομοθετήθηκε ότι στα πολιτικά Πρωτοδικεία και Εφετεία Αθηνών και Θεσσαλονίκης είναι δυνατή η σύσταση ειδικών τμημάτων που θα εκδικάζουν διαφορές αφορώσες το εθνικό και ενωσιακό δίκαιο των ηλεκτρονικών επικοινωνιών, της ενέργειας και της προστασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, όπως και άλλες υποθέσεις, εφόσον τούτο επιβληθεί από υπηρεσιακές ανάγκες, καλύπτοντας όλες τις περιφέρειες της χώρας.
Είναι εμφανές ότι υφίσταται πραγματικά σχέδιο αποδυνάμωσης και εξόντωσης των δικηγόρων της Περιφέρειας που θα τους οδηγήσει σε οικονομική αφάνεια. Είναι αδιανόητο και ανέφικτο να ασκούν δικηγορία σε τόπο, όπου δεν θα υπάρχει Πρωτοδικείο και να αναγκάζονται να διανύουν καθημερινά χιλιόμετρα, ώστε να ασκούν το λειτούργημά τους. Παραγνωρίζεται το γεγονός ότι επένδυσαν με την επαγγελματική τους στέγη στην επί πολλά έτη ύπαρξη Πρωτοδικείου για να ασκήσουν το επάγγελμά τους με αποτέλεσμα μία τέτοια απόφαση να τους οδηγήσει βιαίως στην ανεργία.
Η απόπειρα δήθεν εκσυγχρονισμού της Δικαιοσύνης με επίκληση της ψηφιακής τεχνολογίας είναι προκλητική, αγνοεί τον τρόπο λειτουργίας και απονομής Δικαιοσύνης, που ισχύει στο σύνολο των κρατών μελών της Ε.Ε. και είναι φανερό, ότι αποσκοπεί στην αποδυνάμωση του ρόλου των Δικηγόρων, στην αναγκαστική έξοδό τους από το επάγγελμα και στην απαξίωση του θεσμικού ρόλου της Δικαιοσύνης, ώστε αυτή να καταστεί ιδιωτική υπόθεση για λίγους και προνομιούχους.
Επιδιώκεται, λοιπόν, εξυπηρέτηση αλλότριων προς την δικαιοσύνη και τους μάχιμους δικηγόρους συμφερόντων.
Η Κυβέρνηση αντιμετωπίζει τη Δικαιοσύνη και τις υπηρεσίες της ως μια λειτουργία που θα πρέπει να περικοπεί και να υπαχθεί σε καθεστώς περαιτέρω υποχρηματοδότησης και λιτότητας, χωρίς καμία πρόνοια για ανάπτυξη της ποιότητας απονομής του έργου της.
Η αδυναμία της να ανταποκριθεί στις ανάγκες των δικαστηρίων σε υποδομές και έμψυχο δυναμικό, επιλέγεται να αξιοποιηθεί ως κριτήριο για τη νομιμοποίηση της κατάργησης δικαστηρίων.
Παρά το γεγονός ότι σε σχέση με άλλες δημόσιες αρχές η τεχνολογική εξέλιξη θα μπορούσε να δικαιολογεί τέτοιες αναδιαρθρώσεις, ειδικά σε σχέση με τα δικαστήρια, για τα οποία καθιερώνεται η αρχή της προφορικότητας, της αμεσότητας και της δημοσιότητας, η τεχνολογία δεν μπορεί να γίνει όρος περιορισμού της.
Η Δικαιοσύνη συνιστά έναν εκ των τριών κρατικών λειτουργιών που συνιστούν πυλώνα παρουσίας του κράτους σε κάθε τοπική κοινωνία και δεν μπορεί να οδηγηθεί σε περιορισμό με τον ίδιο τρόπο που έγινε με κοινές υπηρεσίες στο παρελθόν.
Προωθείται ένας νέος γύρος εγκατάλειψης της ελληνικής επαρχίας. Η δήλωση του Υπουργού ότι οι συγχωνεύσεις δεν θα αφορούν δικαστήρια στις πρωτεύουσες των νομών δεν πείθει κανένα.
Τίποτα δεν εμποδίζει στο άμεσο ή απώτερο μέλλον να αντικατασταθούν από τηλεματικά δικαστήρια Πρωτοδικεία που είναι πλησίον ενός μεγαλύτερου ή να συγχωνευθούν με αυτά που βρίσκονται σε έδρες Εφετείων. Συνεπώς, ο κίνδυνος για το Πρωτοδικείο Άμφισσας είναι ορατός.
Η ορεινότητα, τα τοπικά καιρικά φαινόμενα, η ύπαρξη κακού οδικού δικτύου και υποδομών επικοινωνίας, η ύπαρξη ευάλωτων πληθυσμών ή με δυσκολία χρήσης τεχνολογικών μέσων, θα έπρεπε να αξιολογηθούν υπέρ της μη κατάργησης ή συγχώνευσης και της μη αντικατάστασης δικαστηρίων από «τηλεματικά δικαστήρια». Παρ’ όλα αυτά, η Κυβέρνηση επέλεξε γενικόλογες και αόριστες αναφορές.
Αξίζει να θυμηθούμε ότι η κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ ήταν αυτή που ανέπτυξε το βασικό σήμερα εργαλείο για την ηλεκτρονική δικαιοσύνη, δηλ. για την ηλεκτρονική κατάθεση δικογράφων, την απομακρυσμένη αίτηση λήψης πιστοποιητικών, την ηλεκτρονική οργάνωση εν γένει των γραμματειών των δικαστηρίων, δηλ. τα συστήματα ΟΣΔΔΥ-ΠΠ και ΟΣΔΔΥ-ΔΔ, αλλά και συστήματα, όπως της ηλεκτρονικής τήρησης των πρακτικών των δικαστηρίων, το ηλεκτρονικό ποινικό μητρώο, το ολοκληρωμένο πληροφοριακό σύστημα του Ελεγκτικού Συνεδρίου και του Συμβουλίου της Επικρατείας, ενώ εξασφάλισε τους πόρους και κατήρτισε τεχνικά δελτία για συστήματα όπως το ηλεκτρονικό πινάκιο, οι τηλεδιασκέψεις συνηγόρων και κρατουμένων κλπ.
Μάλιστα, η κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ συγκρότησε και την πρώτη ειδική επιτροπή με έγκριτους επιστήμονες για τη μελέτη των επιπτώσεων της τεχνητής νοημοσύνης στη Δικαιοσύνη.
Είναι ήδη εμφανές ότι οι κύριες επιλογές της κυβέρνησης δεν θα μπορούσαν να συνάδουν με την αντιμετώπιση της Δικαιοσύνης ως μιας αναγκαίας κρατικής λειτουργίας, ως εκείνης στην οποία καταφεύγει ο πολίτης για να δικαιωθεί και να προστατευθεί απέναντι στους ισχυρούς ή απέναντι στην αυθαιρεσία, ιδίως την κρατική, ή απέναντι στο έγκλημα.
*Η Λουκία Μαστροπέρρου είναι Δικηγόρος στον Άρειο Πάγο, Διαπιστευμένη Διαμεσολαβήτρια Υπουργείου Δικαιοσύνης, ΚΕ.ΔΙ.Π και μέλος της Ο.Μ. ΣΥΡΙΖΑ Δικηγόρων

Σχόλια Αναγνωστών
Τα σχόλια είναι κλειστά για αυτό το άρθρο